Μνημόσυνο Καπετάν Καψάλη

15 Απριλίου, 2019


WP_20190413_09_49_35_Pro__highres

Τον επιμνημόσυνο λόγο εκφώνησε ο Γενικός Γραμματέας της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Γιαννιτσών Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ κ. Βασίλης Πόπτσης, στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γιαννιτσών , όπου τελέστηκε και το μνημόσυνο του Μακεδονομάχου :

Σεβαστοί Πατέρες, κυρίες και κύριοι

Σήμερα τα Γιαννιτσά τιμούν έναν συνέλληνα, που σκοτώθηκε στα χώματα αυτά και εδώ θάφτηκε μαχόμενος για την φυσική επιβίωση του Ελληνισμού στην πατρώα γη της Μακεδονίας. Πρόκειται για τον Μακεδονομάχο καπετάν Καψάλη, Χρήστο Πραντούνα στο κανονικό του όνομα.

Ο ήρωάς μας δρα στην εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, εκεί στις αρχές του 20ου αιώνα. Τον Μάρτιο του 1870, με Σουλτανικό Φιρμάνι ιδρύεται η Αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία, με έδρα του Εξάρχου, δηλαδή του Βούλγαρου Πατριάρχη, την Κωνσταντινούπολη. Η αναγνώριση αυτή έδινε το δικαίωμα στην νέα εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3, να ιδρύσει Μητρόπολη, ενώ αν είχε το 1/3, τουλάχιστον να κατέχει μια εκκλησία, καταστρατηγώντας εξ ολοκλήρου την τάξη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, βάση των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων και κυρίως την Αποστολική Διαδοχή, τον ακρογωνιαίο λίθο της, και της Ιεράς Παράδοσης.

Αρχικά οι προσηλυτισμοί ήταν ελάχιστοι και η προσπάθεια για την κατάκτηση εκκλησιών ή την ίδρυση σχολείων δεν είχαν παρά πενιχρά αποτελέσματα. Συν τω χρόνω όμως, κορυφώθηκαν οι προσπάθειες των Βουλγάρων για τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και τη μελλοντική προσάρτησή της στο Βουλγαρικό κράτος και την ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας υπό τον μανδύα πάντοτε της προσχώρησης του Μακεδονικού Χριστιανικού πληθυσμού στην Εξαρχία.

Για τον σκοπό αυτόν, εισχωρούν στα Μακεδονικά χώματα διάφορα ένοπλα Βουλγαρικά σώματα, οι γνωστοί Κομιτατζήδες, οι οποίοι επιδίδονται σε ένα όργιο απειλών, διώξεων και σφαγών, για να προσεταιριστούν, έστω και βίαια, τους ντόπιους πληθυσμούς. Όταν η πειθώ δεν έφερνε αποτελέσματα, χρησιμοποιούνταν η βία. Πρώτα τους θύματα ήταν οι ιερείς, οι δάσκαλοι και οι Πρόκριτοι του κάθε χωριού και πόλης, οι αρμοί δηλαδή και οι θεματοφύλακες του Ελληνισμού στα χρόνια της Τουρκικής σκλαβιάς. Ο στόχος τους δεν ήταν τυχαίος, αλλά καλά μελετημένος. Τα κύρια όπλα της άμυνας του Ελληνισμού εναντίον της απειλής εκβουλγαρισμού του στον ιστορικό χώρο της Μακεδονίας υπήρξαν η εκκλησία και η παιδεία. Όπως στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας έτσι και τώρα η εμμονή στην πίστη των προγόνων και το Πατριαρχείο, σήμαινε ταυτόχρονα και προσήλωση στην ιδέα του Ελληνισμού. Οι μένοντες πιστοί στα πάτρια και το Πατριαρχείο χαρακτηρίζονται Πατριαρχικοί και Έλληνες, οι δε προσχωρούντες στην Εξαρχική Εκκλησία, Εξαρχικοί και Βούλγαροι. Ο Ελληνισμός της Μακεδονίας κινδύνευε στις Πανάρχαιες εστίες του. Όλο αυτό το διάστημα, το επίσημο Ελληνικό κράτος, αποδυναμωμένο μετά την ήττα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, παρέμενε ουσιαστικά αμέτοχο στα πράγματα της Μακεδονίας για λόγους τόσο εσωτερικής πολιτικής, όσο και σοβαρών οικονομικών προβλημάτων. Μάταια επιφανείς άνδρες, όπως ο Ίωνας Δραγούμης
και μεγάλοι Ιεράρχες όπως ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, απηύθυναν δραματικές εκκλήσεις για βοήθεια στην Ελεύθερη Ελλάδα. Η κατάσταση ήταν δραματική, αφού το αίμα έρεε άφθονο στις Μακεδονικές Πόλεις και τα Χωριά και ένα κλίμα τρομοκρατίας βασίλευε παντού, κυρίως στην ύπαιθρο και στους άοπλους χωρικούς. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ην Άνοιξη του 1903, η δύναμη των Κομιτατζήδων που δρούσαν στην Μακεδονία ανερχόταν σε 90 συμμορίες, δυνάμεως 2700 ανδρών.

Οι γηγενείς Μακεδόνες, εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκαν να οργανώσουν την αυτοάμυνά τους με τις δικές τους πενιχρές δυνάμεις, με απηρχαιωμένο οπλισμό και χωρίς κεντρική οργάνωση και καθοδήγηση. Οι τοπικοί Ιεράρχες μπαίνουν μπροστά στον Αγώνα. Αργότερα όμως και κυρίως μετά τον θάνατο του Εθνομάρτυρα Παύλου Μελά στις 13 Οκτωβρίου 1904, ο Ελληνισμός και η Ελληνική κυβέρνηση συγκλονίστηκαν και βγήκαν από τον λήθαργο και τις φοβικές τάσεις που δημιούργησε ο ατυχούς εκβάσεως για την Ελλάδα Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897.

Έτσι, ανεπίσημα οργανώνεται ο Εθνικός Αγώνας με βάση και κύριο συντονιστή το Ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης. Πλήθος αξιωματικών, οπλιτών πολιτών, εθελοντών και παλαίμαχων κλεφταρματολών εισέρχονται στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία από την Ελεύθερη Ελλάδα, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εθνική προσπάθεια για την διάσωση και την επιβίωση των πατρογονικών εστιών του Μακεδονικού Ελληνισμού. Οι γηγενείς Μακεδόνες δεν είναι πλέον μόνοι τους, αλλά υπό την κεντρική καθοδήγηση του Ελληνικού Προξενείου και την αρχηγία εμπειροπόλεμων και ικανότατων αξιωματικών του Ελληνικού στρατού, οργανώνουν την άμυνά τους και σχεδιάζουν την αντεπίθεσή τους. Ο Βάλτος και η γειτνίαση με τα όρη Βέρμιο, Πάικο και Πιέρια, σε συνδυασμό με το αμιγές του Ελληνικού του πληθυσμού, το καθιστούσαν το ιδανικότερο μέρος για την υποδοχή ανδρών, όπλων και πυρομαχικών από την Ελλάδα, αλλά και το κέντρο της εξόρμησης των Μακεδονομάχων στην ευρύτερη περιοχή.

Καθημερινώς οι κάτοικοι των παραλίμνιων χωριών δέχονταν τους εκβιασμούς και τις πιέσεις των Κομιτατζήδων, προκειμένου να εκβουλγαριστούν.

Η κατάσταση στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών και των ελληνικών χωριών της νότιας όχθης της, άρχισε να βελτιώνεται σημαντικά μετά το 1904, όταν στην περιοχή εισήλθαν ένοπλα ελληνικά σώματα υπό την αρχηγία Ελλήνων αξιωματικών και την επάνδρωσή τους με εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα ή άλλες σκλαβωμένες περιοχές, όπως την Κρήτη. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα ονόματα καπεταναίων, που έδρασαν τότε στον τόπο μας, όπως τους Άγρα, Δεμέστιχα, Σταυρόπουλο, Παπατζανετέα, Γαρέζο, Μπουκουβάλα, Μπενή, Κάλλα, Ματαπά και άλλους, σε συνεργασία με τον συντοπίτη μας Οπλαρχηγό Γκόνο Γιώτα.

Μεταξύ αυτών, τον Νοέμβριο του 1905 εισήλθε στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και ο Χρήστος Πραντούνας. Τίθεται επικεφαλής ένοπλου Σώματος 18 ανδρών, με ψευδώνυμο Καπετάν Καψάλης. Αναλαμβάνει δράση, έχοντας ως χώρο ευθύνης το όρος Πάικο και κυρίως τις νοτιοανατολικές του περιοχές, με έδρα πάντοτε την Λίμνη των Γιαννιτσών.

Ποιος όμως ήταν ο ήρωάς μας Χρήστος Πραντούνας;

Γεννήθηκε το 1873 στα Λεχαινά του Νομού Ηλείας και ήταν το 8ο παιδί του Φραγκίσκου Πραντούνα από την Νάξο , που υπηρετούσε στην άνω κωμόπολη ως Ειρηνοδίκης. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος, ο πατέρας του μετατέθηκε στην Καρδίτσα και τα Τρίκαλα, όπου τελείωσε ο Χρήστος τις γυμνασιακές του σπουδές ως αριστούχος μαθητής.

Το 1892 γράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως το 1897 εγκαταλείπει τις σπουδές του και κατατάσσεται στον στρατό, όπως και τα δύο μεγαλύτερά του αδέρφια και συμμετέχει στον τότε ελληνοτουρκικό πόλεμο, κερδίζοντας μάλιστα και μετάλλιο ανδρείας για τις ικανότητές του.

Το 1898, εισάγεται πρώτος στη σχολή Ευελπίδων και το 1901 αποφοιτά με τον βαθμό του Ανθυπίλαρχου Ιππικού.

Τοποθετείται στην Λάρισα μέχρι το 1905 και στη συνέχεια επανέρχεται στην Αθήνα. Ήταν άριστος ιππέας και είχε έρθει πολλές φορές πρώτος σε ιππικούς αγώνες, άριστος σκοπευτής, ξιφομάχος, αθλητής, χορευτής, αλλά και καλλιτέχνης καθώς ασχολιόταν με τη ζωγραφική και την τυπογραφία. Γνωρίζεται με τον υπίλαρχο Ζυμβραδάκη, ο οποίος του προτείνει να οργανώσει Σώμα Μακεδονομάχων που θα αγωνιστεί για την εξουδετέρωση του κινδύνου εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας και εν τέλει την μελλοντική της απελευθέρωση.

Η απάντηση του Πραντούνα ήταν άμεση: «Είναι τιμή μου να αγωνιστώ για την πατρίδα μου». Έτσι, εγκαταλείποντας τις ανέσεις και τα προνόμια που παρείχε την εποχή εκείνη στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους η ιδιότητά του ως φέρελπις αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, τον Νοέμβρη του 1905 εισέρχεται στην Μακεδονία. Υπό τον μανδύα της ιδιότητας του γιατρού στην πόλη των Γιαννιτσών και τα χωριά της οργανώνει την ένοπλη ομάδα του, για να μεταμορφωθεί την Πρωτοχρονιά του 1906 στον Καπετάν Καψάλη και με ορμητήριο τον Βάλτο.

Το ψευδώνυμο του Χρήστου «Καψάλης» το εμπνεύστηκε ο ίδιος εις μνήμη του προπάππου του από την πλευρά της μητέρας του, που στην έξοδο του Μεσολογγίου, στον Πύργο του Μπότσαρη έβαλε φωτιά στην πυριταδαποθήκη παίρνοντας μαζί του στον θάνατο εκατοντάδες Τούρκους.

Το 1906, που ουσιαστικά αναλαμβάνει δράση ο Χρήστος Πραντούνας στον χώρο ευθύνης του και με έδρα τον Βάλτο, έχει πλέον σταθεροποιηθεί η κατάσταση από την μεριά των Ελλήνων στην περιοχή. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες δεν είναι πλέον παντοδύναμοι και οι χωρικοί άρχισαν πλέον να μην τους φοβούνται και ξεθαρρεύοντας πολλοί παλιοί Εξαρχικοί επιστρέφουν μαζικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, καθώς δεν είναι ανυπεράσπιστοι και απόλυτα εκτεθειμένοι στους εκβιασμούς και βάσανα που βίωσαν τα προηγούμενα χρόνια.

Το βράδυ της 14ης προς 15ης Μαρτίου, Βουλγαρικές Τσέτες εισέρχονται στο Ρουμλουκιώτικο χωριό Νησί, πυρπολώντας δεκάδες σπίτια και σκοτώνοντας δύο κατοίκους τους.

Τότε, το ελληνικό Προξενείο διατάσσει στα Ένοπλα Σώματα του Βάλτου για λίγο καιρό να αποφεύγουν τις μετωπικές ενέργειες εναντίον Βουλγαρικών καλυβών, προς ανασυγκρότηση και καλύτερη οργάνωση των στόχων της αντεπίθεσης.

Ο καπετάν Καψάλης κινούμενος από λόγους φιλοτιμίας και για να επιδείξει ζωηρότερη δράση, επιχείρησε να καταλάβει στο βορειοανατολικό τμήμα της Λίμνης την Βουλγαρική καλύβα «Νταλμπίνα». Όντας επικεφαλής των ανδρών του και στεκούμενος όρθιος στην πλάβα του, έγιναν αντιληπτοί από τους Βούλγαρους, του αρχικομιτατζή Αποστόλ Πετκώφ και ξεσπά φοβερή, «τυφλή» όπως λέγεται στην στρατιωτική ορολογία μάχη μέσα στα καλάμια και τα ραγάζια και μια σφαίρα πετυχαίνει στο μέτωπο στον καπετάνιο και υπήρξε δυστυχώς η μόνη απώλεια στου Σώματός του.

Οι άνδρες του καταφέρνουν να διασπάσουν τον κλοιό των Βουλγάρων και να μεταφέρουν τον νεκρό Αρχηγό τους στο χωριό Νεοχώρι όπου και τον θάβουν εν κρυπτώ στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου, 500 μέτρα μακριά του όπου ήταν ο ενοριακός Ναός του χωριού Σχοινά. Μετά από δυο ημέρες, για λόγους ασφαλείας, για να μην ανακαλύψουν οι Τούρκοι τον τάφο του, έγινε η εκταφή και θάφτηκε στο εξωκκλήσι του Γιδά, τον Άγιο Γεώργιο.
Ο θάνατος του Καπετάν Καψάλη, απασχόλησε διεξοδικά τον τότε Αθηναϊκό Τύπο και τις εφημερίδες της εποχής, ενώ διοργανώθηκαν και εκδηλώσεις μνήμης του. Τον τάφο του, όμως, τον κρατούσαν ως επτασφράγιστο μυστικό οι σύντροφοί του συμπολεμιστές και οι κάτοικοι του Γιδά, οι οποίοι μάλιστα την επόμενη χρονιά τέλεσαν σ’ αυτόν μεγαλοπρεπές μνημόσυνο, χωρίς να δώσουν στόχο στους Τούρκους.

Το 1935, συγγενείς του Καπετάν Καψάλη προέβησαν σε ανακομιδή των οστών του, τα οποία και μετέφεραν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Έκτοτε, το πέρασμα του χρόνου συνέβαλε στην λήθη του, τουλάχιστον στην περιοχή μας, καθώς άλλοι Μακεδονομάχοι επισκίασαν τον δικό του ισάξιο θάνατο.

Μετά από τόσα χρόνια, ο τόπος μας έχει χρέος να προσφέρει τις πρέπουσες τιμές και σε αυτόν τον Μακεδονομάχο που ήρθε ως εθελοντής και θυσιάστηκε για την Μακεδονία μας.

Όμως Χρήστο Πραντούνα, καπετάν Καψάλη. Το σημερινό μνημόσυνο έχει κι έναν ακόμη στόχο. Να επαναβεβαιώσουμε το γεγονός ότι μαζί με τους άλλους Μακεδονομάχους, αποτελείτε αναμμένο φάρο για μας τους Έλληνες Μακεδόνες, τους μοναδικούς Μακεδόνες και ενώπιων του Θεού, μέσα σ΄αυτόν τον ιστορικό Ναό, να δώσουμε υπόσχεση ότι παρά τις αντίθετες πολιτικές κάποιων, εμείς αν χρειασθεί να επαναλάβουμε με αυταπάρνηση αυτό που και εσείς κάνατε! Να αγωνιστούμε και να θυσιαστούμε για την πατρίδα μας.

Αιωνία η μνήμη του εθνομάρτυρα Χρήστου Πραντούνα.

Γιαννιτσά 13 Απριλίου 2019

 

WP_20190413_09_45_16_Pro WP_20190413_09_45_01_Pro__highres

C__Data_Users_DefApps_AppData_INTERNETEXPLORER_Temp_Saved-Images_19225629_1555528227832395_8381332101697671066_n FB_IMG_1555180242470

WP_20190413_09_44_42_Pro__highres WP_20190413_09_44_50_Pro

WP_20190413_10_10_50_Pro__highres WP_20190413_10_11_06_Pro

WP_20190413_10_15_25_Pro__highres

Κατηγορία: Ιστορικα - Μακεδονικός ΑγώναςΤα νέα της Εταιρείας

© 2007 - 2019 Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών "Ο Φίλιππος"
Διεύθυνση: Δημάρχου Στάμκου 1 58100 Γιαννιτσά, Τηλέφωνο: 2382083684, email: filippos@fileg.gr