Προσκύνημα στη Στάτιστα (Μελάς) – Ιστορία Παύλου Μελά

16 Οκτωβρίου, 2016


 

[Από το περιοδικό «Φίλιππος» της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος», τεύχος 49 (Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος 2005), σελίδα 24.]

Του Ιωάννη Παπαλαζάρου*

 

Είναι μια χούφτα χωριουδάκι, όμορφο, καταπράσινο και γραφικό, σκαρφαλωμένο στις υπώρειες του Βέρνου (Βίτσι), σε υψόμετρο 1.000 μέτρων περίπου.

Μια ζεστή ανθρώπινη καταφυγή, φωλιασμένη εδώ και αιώνες, μέσα σε μικρή κατάφυτη ρεματιά, όπου κυλάει ήρεμα τα νερά του μικρός παραπόταμος του Αλιάκμονα, ενώ οι οξιές, οι γάβροι και οι βελανιδιές συναγωνίζονται, μέσα από πυκνά σύδεντρα, για λίγο φως του ήλιου.

Μετρημένα τα σπιτάκια του, πετρόχτιστα, με χορταριασμένες αυλές, μαρτυρούν την παρουσία λίγων δεκάδων ψυχών, ρυτιδιασμένων δωρικών μορφών, ηλικιωμένων κυρίως, που επιμένουν να πονούν τον τόπο τούς, να ζουν σ” αυτόν και απ” αυτόν, να συντηρούνται από την κτηνοτροφία και τις λίγες αγροτικές τους καλλιέργειες και να μετρούν καρτερικά το χρόνο τους με βαρείς χειμώνες.

Το χωριό σήμερα είναι γνωστό με το όνομα «Μελάς», όνομα που του αποδόθηκε προς τιμήν του Πρωτομάρτυρα του Μακεδονικού Αγώνα Παύλου Μελά που άφησε εκεί την τελευταία του πνοή, από φονικό τούρκικό βόλι, ένα πικρό απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου 1904. Μαζί με τον γειτονικό οικισμό «Άνω Μελάς» αποτελούν Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Κορεστίων του νομού Καστοριάς.

Στο χωριό μπορεί να φτάσει κανείς ακολουθώντας τη διαδρομή Καστοριάς – Φλώρινας. Στο ύψος του νέον οικισμού Γάβρου, μικρός επαρχιακός, αλλά καλοστρωμένος δρόμος, προς την πλευρά του Βιτσίου, σε οδηγεί, στα 13ο περίπου χιλιόμετρο, στο χωριό Μελάς.

Στο μικρό οδοιπορικό προς τον Μελά περνάς από τον Γάβρο, από την έδρα του τοπικού Δήμου Κορεστίων, από τον Κρανιώνα, τη Χαλάρα και το Μακροχώρι. Χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή και κόσμο…

Το παλιό όνομα του χωριού είναι Στάτιστα, έτσι είναι ευρύτερα γνωστό μέχρι και σήμερα. Η σωστή όμως εκφορά τον παλιού ονόματος είναι Στάτιτσα και όχι Σιάτιστα και προέρχεται από το όνομα παλιού παρεκκλησιού που υπήρχε στην περιοχή, στο οποίο ετιμάτο ο Άγιος Ευστάθιος.

Συμπερασματικά το όνομα Στάτιστα είναι ηχητική παραφθορά του ορθού Στάτιτσα, κατά παλαιότερα πρότυπα, όπως Σιάτιστα, Χρούπιστα, Γαλάτιστα κλπ.

0 Παύλος Μελάς σε όλες του τις επιστολές που απηύθυνε από την περιοχή αυτή στην αγαπημένη του Ναταλία, όταν αναφερόταν στο χωριό, το ονόμαζε Στάτιτσα. Έτσι – και πολύ ορθά – αναφέρεται και σε παλιούς χάρτες της περιοχής.

Αντίθετα ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, στα απομνημονεύματά του, εξελληνίζοντας, όπως συνήθιζε, ως προς την κατάληξη, πολλά τοπωνύμια της περιοχής, το χωριό το αναφέρει ως Σιάτιστα. Η Στάτιτσα- Στάτιστα θα έμενε για πάντα ένα μικρό, ασήμαντο και ελάχιστα γνωστό χωριουδάκι, αν δεν ήταν το μοιραίο χωριό, ο τελευταίος μοιραίος προορισμός του Μίκη Ζέζα (Παύλου Μελά) εκείνη την αποφράδα Τετάρτη της 13ης Οκτωβρίου του 1904.

Εκεί έμελλε να αφήσει την τελευταία πνοή της ζωής του, να απευθύνει το στερνό αποχαιρετισμό στα παιδιά του Μίκη και Ζέζα, στην αγαπημένη του Ναταλία, στους αφοσιωμένους συντρόφους και στα παλικάρια του, στην Μακεδονία και στα όνειρά του να τη δει ελεύθερη…

Ήταν η τρίτη και τελευταία έξοδος του Παύλου Μελά στην Μακεδονία που ξεκίνησε ένα αποπνικτικό πρωινό της 18ης Αυγούστου του 1904 και ήταν – δυστυχώς – χωρίς επιστροφή…

Οι άλλες δύο επισκέψεις του στη Μακεδονία πραγματοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο και τον Ιούλιο του 1904.

Από τη φύση του ο Παύλος ήταν χαρακτήρας ευαίσθητος και ζωηρός, με έντονα αναπτυγμένο το πατριωτικό συναίσθημα και την περί χρέους και καθήκοντος προς την Πατρίδα πίστη του βαθύτατα χαραγμένη στο μυαλό και στην καρδιά του.

Σε ηλικία 16 ετών ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές και επέλεξε τη Σχολή Ευελπίδων ως επαγγελματική του αποκατάσταση, γιατί πίστευε ότι υπό την ιδιότητα του αξιωματικού θα μπορούσε να φανεί πολλαπλά χρήσιμος στην Πατρίδα.

Έγραψε σχετικά στο ημερολόγιό του: «.. .Εκλέγων το στάδιον αυτό δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν: να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου. Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και όπως κάθε καλός στρατιώτης θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι” αυτήν να αποθάνω…».

Το περιβάλλον όπου μεγάλωσε διακρινόταν για την ευγένεια και τον πατριωτισμό του. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μελάς, ήταν εξέχων έμπορος, χρημάτισε Δήμαρχος Αθηναίων και Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τη Μακεδονία.

Η οικογένεια Δραγούμη, γόνος της οποίας ήταν η γυναίκα του Παύλου Ναταλία, είχε τις ρίζες της στο Βογατσικό της Καστοριάς και ήταν από τις πλέον διακεκριμένες κοινωνικά και πατριωτικά οικογένειες των Αθηνών.

Ο Στέφανος Δραγούμης, πατέρας της Ναταλίας, νομικός, πολιτικός και συγγραφέας, υπήρξε προσωπικός φίλος του Βενιζέλου και χρημάτισε αργότερα Πρωθυπουργός της Χώρας.

Ο Ίων Δραγούμης, αδελφός της Ναταλίας, διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας, ιδεολόγος αγωνιστής και πατριώτης, υπηρέτησε ως Υποπρόξενος στο Μοναστήρι και στις Σέρρες.

Τα αρχοντικά των δύο οικογενειών για πολλά χρόνια είχαν αναδειχτεί σε κέντρα διακίνησης φιλελεύθερων ιδεών, συναντήσεων Εθνικών Επιτροπών και μυστικών διαβουλεύσεων για την τύχη των αλύτρωτων περιοχών της Πατρίδας μας.

Ο Παύλος, επηρεασμένος βαθύτατα από το οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά και από τις προσωπικές του πεποιθήσεις και ιδέες, δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την έντονη επιθυμία του να επισκεφθεί την τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, για να βοηθήσει τους Μακεδόνες αδελφούς που δοκιμάζονταν σκληρά από τις βλέψεις και τα επεκτατικά σχέδια του Πανσλαβιστικού Κινήματος.

Ο ατυχής πόλεμος του 1897, η «εθνική ντροπή», όπως χαρακτηρίστηκε λόγω της ατυχούς του έκβασης και των ολεθρίων του αποτελεσμάτων, ανέκοψε για λίγο τα οράματα και τα όνειρά του.

Οι εξελίξεις όμως και τα νέα που έφθαναν από την Μακεδονία ήταν εξαιρετικά δυσάρεστα. Σύννεφα μαύρα και κίνδυνοι σοβαροί απειλούσαν τους Μακεδόνες που έμεναν πιστοί στο Πατριαρχείο και στον Ελληνισμό.

Οι Βούλγαροι, αναπολούντες τη «Μεγάλη Βουλγαρία» που για λίγο τους είχε χαριστεί με τη Συνθήκη τον Αγίου Στεφάνου (1878), είχαν μεθοδεύσει και εξαπολύσει έναν πρωτοφανή μηχανισμό για τον εκβουλγαρισμό της υπαίθρου Μακεδονίας.

Εκμεταλλευόμενοι τη χρήση τον σλαβοφανούς ιδιώματος από τους εντόπιους Μακεδόνες και την αδιάφορη έως και αρνητική στάση του μικρού Ελληνικού Βασιλείου, χρησιμοποιούσαν ωμή βία, με απειλές, χρηματισμούς, εκβιασμούς, ακόμα και δολοφονίες, για να εκφοβίσουν και να προσηλυτίσουν τον γηγενή πληθυσμό, ώστε να αποκτήσουν την πολυπόθητη πλειονότητα των 2/3  των κατοίκων, που χρειάζονταν η Βουλγαρική Εξαρχία για να διεκδικήσει εδαφικά την Μακεδονία.

Στα πλαίσια αυτών των διεκδικήσεών τους κήρυξαν το απελευθερωτικό κίνημα της 20ης Ιουλίου 1903, το γνωστό ως «Επανάσταση του “Ιλιντεν», με το ελκυστικό και εντυπωσιακά κραυγαλέο σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες», από την περιοχή του Κρουσόβου, που κατέρρευσε και κατέληξε, λίγες μέρες αργότερα, σε αιματοκύλισμα των πατριαρχικών κυρίως χωριών της περιοχής.

Ο γηγενής πληθυσμός, στο έλεος της τουρκικής κακοδιοίκησης από τη μια και των θηριωδιών των κομιτατζήδων από την άλλη, αντιστεκόταν με νύχια και με δόντια στον κίνδυνο να απολέσει το μόνο όπλο αντίστασης που του είχε απομείνει: την ελληνική του συνείδηση.

Συμπαραστάτες τον είχε φωτισμένους Ιεράρχες, όπως τον Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Πελαγονίας Ιωακείμ, τον Δράμας Χρυσόστομο, τον Κορυτσάς Φώτιο κ.ά., αλλά και ψυχωμένους ντόπιους οπλαρχηγούς, όπως τον Κώττα από τη Ρούλια, τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο, τον Παύλο Κύρου από το Ζέλοβο, τον Γκόνο Γιώτα από τα Γιαννιτσά κ. ά. Που μπορεί να γνώριζαν ελάχιστα ή και καθόλου την ελληνική γλώσσα, ένιωθαν όμως κατά τη συνείδηση και κατά την ψυχή τους Έλληνες.

Ο Παύλος πληροφορούνταν τα γεγονότα από Μακεδόνες που κατέβαιναν στην Αθήνα και κατέληγαν συνήθως στο αρχοντικό του πεθερού του και μάτωνε η καρδιά του.

Επιτέλους στις αρχές Φεβρουαρίου του 1904 η Κυβέρνηση των Αθηνών αποφασίζει να στείλει μια ερευνητική αποστολή στη Μακεδονία. Αναθέτει το έργο αυτό σε τέσσερις αξιωματικούς: Αλέξανδρο Κοντούλη, Παύλο Μελά, Αναστάσιο Παπούλα και Γεώργιο Κολοκοτρώνη.

Τέλος Φεβρουαρίου αναχώρησαν οι 4 φίλοι αξιωματικοί για τη Μακεδονία, μεταμφιεσμένοι σε ζωεμπόρους και με ψευδώνυμα. 0 Παύλος ως Μίκης Ζέζας, από τα ονόματα των παιδιών του Μίκη (Μιχαήλ) και Ζέζας (Ζωής).

Παρέμειναν στη Δυτική Μακεδονία επί ένα μήνα περίπου, όπου συναντήθηκαν με οπλαρχηγούς κατ κληρικούς της περιοχής και έκαναν αναγνώριση των συνθηκών και των προϋποθέσεων για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη υποβοήθηση του αγώνα από την πλευρά της Ελλάδος.

Οι κινήσεις τους όμως και κυρίως του Παύλου Μελά, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τους Τούρκους κι έτσι, ένα μήνα αργότερα, τα μέλη της αποστολής ανακλήθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση και επέστρεψαν στην Αθήνα.

Άδοξο τέλος όμως είχε και η συνεργασία των 4 αξιωματικών. Η έκθεση που συνέταξαν ο Μελάς με τον Κοντούλη ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ” αυτήν που συνέταξαν οι Παπούλας και Κολοκοτρώνης. Μάλιστα ήταν τόσο έντονη η διαφωνία τους που έφτασαν στη μονομαχία ο Μελάς με τον Κολοκοτρώνη, ευτυχώς με ανώδυνες συνέπειες.

Πέρασαν τρεις μήνες για τον Παύλο, απελπιστικής απραξίας και αγωνιώδους αναμονής, γιατί τώρα πλέον η ελευθερία της Μακεδονίας είχε γίνει ο σκοπός της ζωής του.

Στις 10 Ιουλίου του 1904, αφού πήρε 20 μέρες άδεια από την Μονάδα του – ήταν Ανθυπολοχαγός τον Πυροβολικού – έφυγε για την Κοζάνη, συνοδευόμενος από τον Φλωρινιώτη Λάκη Πύρζα, όπου συναντήθηκε με τοπικούς παράγοντες και οπλαρχηγούς.

Επισκέφθηκε τη Σιάτιστα, τα Γρεβενά, το Βογατσικό, τη Χρούπιστα, το Μπλάτσι, συγκρότησε τοπικές επιτροπές και έδωσε οδηγίες για την καλύτερη οργάνωση του αγώνα.

Επέστρεψε στις 3 Αυγούστου στην Αθήνα, όπου άρχισε, με πυρετώδη κινητικότητα, να επισκέπτεται επιτροπές, υπουργούς και άλλους παράγοντες και με υπομνήματα, παραστάσεις και προτάσεις, προσπάθησε να συγκινήσει και να κινητοποιήσει τους κυβερνώντες των Αθηνών για τα συμβαίνοντα στην Μακεδονία και για το πόσο αναγκαία και επείγουσα ήταν η ανάληψη δράσεων για τη στήριξη του αγώνα των Μακεδόνων.

Η αναγνώριση των πρωτοβουλιών του και η δικαίωσή του έρχονται λίγες ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, όταν από το «Μακεδονικό Κομιτάτο», εθνική οργάνωση, του ανατίθεται επίσημα η γενική αρχηγεία των Ανταρτικών Σωμάτων των περιοχών Μοναστηρίου και Καστοριάς.

Η χαρά και η συγκίνησή του είναι απερίγραπτη. Επιτέλους θα αναλάμβανε δράση στην αγαπημένη του Μακεδονία, όπου οι γηγενείς Μακεδόνες τον λάτρευαν και τον περίμεναν με λαχτάρα.

Στις 18 Αυγούστου αποχαιρετά την οικοyένειά του και, συντροφευόμενος από τον πιστό του φίλο Λάκη Πύρζα, αναχώρησε για τη Λάρισα όπου τον περίμεναν και άλλοι συνεργάτες του.

Εκεί συγκρότησε και το πρώτο ανταρτικό του Σώμα που αποτελούνταν από 34 παλικάρια, Μακεδόνες, Κρήτες, Θεσσαλούς και Ρουμελιώτες.

Τους εφοδίασε με τον απαραίτητο εξοπλισμό και με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας, πέρασε κρυφά τα σύνορα για την Μακεδονία.

Η κατάσταση που επικρατούσε εδώ ήταν απελπιστική. Τα κακοκτράχαλα βουνά και η ανυπαρξία δρόμων καθιστούσαν την επικοινωνία αδύνατη. Οι καιρικές συνθήκες ήταν απάνθρωπες. Οι συνεχείς βροχές και τα χιόνια δυσκόλευαν πάρα πολύ τις κινήσεις τους, ενώ τα έλη που υπήρχαν σε κάποιες περιοχές έφερναν θέρμες στους αμάθητους.

O Παύλος υπέφερε αφάνταστα από τις κακουχίες και τις στερήσεις που συναντούσε, ποτέ του όμως δεν παραπονέθηκε και κυρίως ποτέ του δε λύγισε και δε δυσανασχέτησε μπροστά στους άντρες του. Τα πόδια του ήταν καταπληγωμένα, υπέφερε συχνά από πυρετούς, αλλά άντεξε, στάθηκε όρθιος, δίνοντας παράδειγμα και κουράγιο στα παλικάρια τον.

Επισκεπτόταν πόλεις και χωριά, σχολεία, εκκλησίες και μοναστήρια, συναντήθηκε με τον Μητροπολίτη Γερμανό, συνεργάσθηκε με τοπικούς οπλαρχηγούς, ενίσχυσε τοπικές φρουρές, εγκατέστησε επιτροπές άμυνας και αγώνα σε όλα τα κεφαλοχώρια της περιοχής, Λέχοβο, Νέβεσκα, Στρέμπενο, Κωσταράζι, Σαμαρίνα, Πεντάλοφο κ.ά., αναπαμό δεν είχε.

Έδινε κουράγιο και εμψύχωνε τους Πατριαρχικούς που δέχονταν επιθέσεις από κομιτατζήδες – τρομοκράτες της περιοχής, τον Μήτρο Βλάχο, τον Τσακαλάρωφ κ.ά., αλλά και τιμωρούσε σκληρά όσους λιποψυχούσαν και συνεργάζονταν με τους κομιτατζήδες.

Τις τιμωρίες τις επέβαλε με ιδιαίτερη ταραχή και πόνο ψυχής. Μετά από μια σκληρή τιμωρία που αναγκάσθηκε να επιβάλει στο χωριό Πρεκοπάνα (Περικοπή) έγραψε σχετικά στην Ναταλία: «…Καθ” όλον το διάστημα περπατούσα ως μεθυσμένος, έκλαια σχεδόν διαρκώς. Σας εσυλλογιζόμην όλους με απελπισίαν, με απόγνωσιν. Εγώ ενόμιζα ότι το ωραίον και ευγενές έργον το οποίον ανέλαβα, μόνον με ευγενείς και ωραίας πράξεις θα εξετελείτο, χωρίς να συλλογιστώ τας σκληράς ανάγκας τας οποίας ήθελον απαντήσει και τας φοβεράς λεπτομέρειας των…».

Η φήμη του είχε απλωθεί σε όλη την Μακεδονία. Όλοι προσβλέπανε στην παρουσία του, σ” ένα πέρασμά του, σ” ένα λόγο του. Ήταν ο Αρχάγγελος του Αγώνα, ο παρηγορητής αλλά και τιμωρός, η ελπίδα και η προσδοκία των κατατρεγμένων Πατριαρχικών.

Αρχές Οκτωβρίου τον 1904 αποφάσισε να κινηθεί προς τις περιοχές Μοναστηρίου και Μοριχόβου. Πριν αναχωρήσει ζήτησε να συναντηθεί με τους οπλαρχηγούς Ευθύμιο Καούδη και Παύλο Κύρου. Η συνάντηση ορίσθηκε να γίνει στο Ζέλοβο (Ανταρτικό), ιδιαίτερη πατρίδα του Κύρου.

Στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα Τρίτη, λόγω της κακοκαιρίας και του σκότους, ο Παύλος αποφάσισε να διανυκτερεύσει με το Σώμα του στη Στάτιτσα. Με τη βοήθεια ενός τοπικού παλικαριού, του Ντίνα, μοίρασε τους άντρες του σε διάφορα σπίτια, ενώ ο ίδιος με 4 άντρες κατέλυσε στο σπίτι του Καντζάκη, στην άκρη του χωριού.

Την επομένη η συνεχιζόμενη σφοδρή βροχόπτωση, αλλά και η πληροφορία ότι ο τουρκικός στρατός, που είχε έδρα του το γειτονικό Κονομπλάτι (Μακροχώρι), περνούσε τακτικά από το Ζέλοβο, δεν τους επέτρεψαν την αναχώρηση και αποφασίστηκε η συνάντηση με τον Καούδη να γίνει στο δάσος της Στάτιτσας.

Τις απογευματινές ώρες μια δυσάρεστη είδηση ήρθε να τους αναστατώσει: τουρκικό απόσπασμα πλησίαζε το χωριό. Τι είχε συμβεί; Οι Τούρκοι ελάχιστες και συγκεχυμένες πληροφορίες είχαν για την παρουσία και την ιδιότητα του Π. Μελά. Αυτός όμως που γνώριζε καλύτερα τα πράγματα και με ανθρώπους του παρακολουθούσε τις κινήσεις του Παύλου ήταν ο κομιτατζής – τρομοκράτης της περιοχής Μήτρος Βλάχος, που ήταν επικηρυγμένος και από τους Τούρκους. Αυτός ήταν που ειδοποίησε το τούρκικο απόσπασμα ότι στη Στάτιτσα έχει καταλύσει ο Μήτρος Βλάχος που καταζητούσαν.

Ο Παύλος ειδοποίησε τις ομάδες των αντρών του στα καταλύματα να είναι έτοιμες, αλλά να μην πυροβολήσει κανείς χωρίς την εντολή του.

Οι Τούρκοι πλησίασαν το σπίτι του Καντζάκη, όπου ήταν ο Παύλος με τους 4 συντρόφους του και το διπλανό, όπου είχαν ταμπουρωθεί άλλοι 7 άντρες και άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες με τα όπλα και να απειλούν ότι θα κάψουν τα σπίτια. Αναγκάσθηκαν τότε να ανοίξουν πυρ και προς στιγμήν σκόρπισαν οι Τούρκοι.

Όταν αργά το απόγευμα, με το σούρουπο, ησύχασαν κάπως τα πράγματα, επεχείρησαν να βγουν από το ισόγειο του σπιτιού για να ανιχνεύσουν την αυλή και έναν νεκρό Τούρκο στρατιώτη. Βγήκε πρώτος ο Στρατινάκης και ακολούθησε ο Παύλος με τον Πέτρο και τον Ντίνα.

Τότε ακούστηκε ένας μοναδικός πυροβολισμός και η αγωνιώδης κραυγή του Παύλου: «Στη μέση με πήρε, παιδιά». Μπήκαν γρήγορα στο σπίτι και βάλθηκαν να σταματήσουν την ακατάσχετη αιμορραγία από την πληγή του Αρχηγού.

Ήταν δυστυχώς πολύ αργά. Η πληγή ήταν καίρια και ο Παύλος διαισθάνθηκε το επερχόμενο τέλος. Κάλεσε κοντά του τον υπαρχηγό του Νίκο Πύρζα και του έδωσε τις τελευταίες του επιθυμίες: « Τον σταυρό μου να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι, όπως σου είπα, του Μίκη. Να τους πεις ότι το καθήκον μου το έκαμα».

Ξεζώστηκε αργά, κοίταξε για τελευταία φορά τις φωτογραφίες των παιδιών του και ζήτησε επίμονα από τους άντρες του: «Σκοτώστε με, παιδιά, πώς θα μ” αφήσετε στους Τούρκούς;». Αφού επανέλαβε μερικές φορές τα ονόματα των παιδιών του και τη λέξη «πονώ», ξεψύχησε στα χέρια των συντρόφων του.

Ήταν Τετάρτη 13 Οκτωβρίού 1904. Μόλις που βασίλεψε ο ήλιος στη Στάτιτσα, βασίλεψε και το τελευταίο φως στα μάτια του 34χρονου παλικαριού. Ορφάνεψαν ο Μίκης και η Ζέζα, ορφάνεψε και ο Αγώνας στη Μακεδονία από τον φυσικό του Αρχηγό.

Αργά τη νύχτα οι άντρες του, με επικεφαλής τον Νίκο Πύρζα, που πήρε μαζί του όλα τα έγγραφα και τα προσωπικά αντικείμενα τον Παύλου, αποχώρησαν προς το Ζέλοβο.

Η Χριστίνα Καντζάκη, η Λωζάνα Τσακάλου και άλλες γυναίκες της Στάτιτσας φρόντισαν τον νεκρό και τον ξενύχτησαν μοιρολογώντας. Τα ξημερώματα μερικοί άντρες τού χωριού έθαψαν το σώμα τον Αρχηγού έξω από το χωριό, σ” ένα δασωμένο ρέμα.

Η δυσάρεστη είδηση έφερε απέραντη θλίψη και θρήνο για τον άδικο χαμό τον Αρχηγού. Οι προξενικές αρχές του Μοναστηρίου, αλλά και ο Μητροπολίτης Γερμανός έδωσαν εντολές να μεταφερθεί το σώμα του Παύλου σε μέρος περισσότερον άσφαλές.

Το βράδυ της Κυριακής 17 Οκτωβρίου ο νεαρός Ντίνας ξεκινάει από το Ζέλοβο, με οδηγίες του οπλαρχηγού Παύλου Κύρου, να μεταφέρει το νεκρό σώμα για να ταφεί στο Ζέλοβο ή στο Πισοδέρι. Φτάνοντας στη Στάτιτσα, πληροφορείται ότι τουρκικό απόσπασμα βρίσκεται πολύ κοντά και αναζητά τον άγνωστο σ” αυτούς νεκρό.

Επειδή δεν προλάβαινε να κάνει την εκταφή και να απομακρυνθεί εγκαίρως, αποκόπτει την κεφαλή του ήρωα, την τυλίγει προσεκτικά και τη βάζει στο ταγάρι του. Την μεταφέρει στο Ζέλοβο και στη συνέχεια, ο Παύλος Κύρου και ο Βασίλης Ayoραστός (προξενικός υπάλληλος), την μεταφέρουν στο Πισοδέρι και την ενταφιάζουν στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μπροστά στην Ωραία Πύλη.

Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι, αφού καταβασάνισαν τους κατοίκους της Στάτιτσας και δεν έμαθαν τίποτα περί του τόπου ταφής τον νεκρού, άρχισαν να ψάχνουν γύρω από το χωριό. Στις 23 Οκτωβρίου βρήκαν τον τάφο με το ακέφαλο σώμα και το μετέφεραν στην Καστοριά.

Εκεί ο Μητροπολίτης, με παρακάλια και με τη βοήθεια πλήθους που είχε εξεγείρει ο ίδιος, παραλαμβάνει το ιερό λείψανο από τον Καϊμακάμη και το ενταφιάζει στον περίβολο του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών.

Το 1907 ο Γερμανός Καραβαyyέλης, με την παρουσία και της Ναταλίας Μελά, τέλεσε ανακομιδή των οστών και της κεφαλής, που είχε εν τω μεταξύ κρυφά μεταφέρει στην Καστοριά, από τον περίβολο των Ταξιαρχών κάτω από την Αγία Τράπεζα της Μητρόπολης.

Στις 22 Ιουλίου 1950 ετελέσθη νέα ανακομιδή σε περικαλλή τάφο, εντός του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών, στον νάρθηκα. Το 1972 απεβίωσε κατ η Ναταλία Μελά και τρία χρόνια αργότερα, το 1975, η Ζωή (Ζέζα) Μελά – Ιωαννίδου, φρόντισε και εναπέθεσε τα οστά της μητέρας της στον τάφο τον πατέρα της Παύλου Μελά.

Σήμερα στην Στάτιτσα ή Σιάτιστα ή προς τιμήν του ήρωα: Μελάς, σώζεται το σπίτι του Καντζάκη, αναστυλωμένο, ως μουσειακός χώρος, όπου φυλάσσονται και εκτίθενται κειμήλια και φωτογραφίες του Παύλου Μελά και άλλων Μακεδονομάχων.

Οι χώροι του σπιτιού διατηρούνται και συντηρούνται στην αρχική τους μορφή. Το δωμάτιο όπου φιλοξενήθηκε ο Παύλος, το σημείο της αυλής όπου δέχτηκε τη φονική σφαίρα, το ισόγειο όπου άφησε την τελευταία του πνοή.

Λίγο πιο έξω και δυτικά τον χωριού είναι ο τόπος όπου υπήρξε ο πρώτος τάφος του ήρωα. Σήμερα στη θέση του υπάρχει μικρό ξωκλήσι με ένα κενοτάφιο στο εσωτερικό με το όνομα του Παύλου Μελά. Στο σπίτι – μουσείο μας ξεναγεί ο κύριος Γιώργος Τσάκαλος, εγγονός της Χριστίνας Καντζάκη, φύλακας και συντηρητής του και ξεναγός μαζί. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ευαίσθητος και ευγενικός, που αγαπά και ζει πολύ έντονα αυτό που κάνει.

Μιλάει ήρεμα και με σεβασμό για τα ιστορικά γεγονότα, αφηγείται συνεπαρμένος απ” αυτά, θαρρείς και τα έζησε ο ίδιος. Εξιστορεί τις τελευταίες στιγμές τοπ Παύλου Μελά και δακρύζει, σαν να τις ακούει ή να τις διηγείται για πρώτη φορά. Ο Γιώργος Τσάκαλος κερδίζει πολύ σύντομα τη συμπάθεια του συνομιλητή του, όπως και η Στάτιστα (Μελάς) τη συμπάθεια του επισκέπτη της.

Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο, για όσους βρίσκονται στη διαδρομή Καστοριάς -Φλώρινας, μια μικρή παράκαμψη, για ένα προσκύνημα στον τόπο της θυσίας του Παύλου Μελά, στη γραφική Στάτιτσα ή Στάτιστα.

* Ο Ιωάννης Παπαλαζάρου είναι εκπαιδευτικός. Έχει συγγράψει βιβλία ιστορικού ενδιαφέροντος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.- ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑ: Ναταλίας Μελά

2.- Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ – ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ Γερμανού Καραβαγγέλη , Θεσσαλονίκη 1958

3.- ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ: Αθηνάς Τζινίκου – Κακούλη , Θεσ/νίκη 1998

Κατηγορία: Ιστορικα - Μακεδονικός Αγώνας

© 2007 - 2019 Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών "Ο Φίλιππος"
Διεύθυνση: Δημάρχου Στάμκου 1 58100 Γιαννιτσά, Τηλέφωνο: 2382083684, email: filippos@fileg.gr