Συνεργασία του Γκόνου Γιώτα με Οπλαρχηγούς της Γουμένισσας

12 Φεβρουαρίου, 2016


1 Ο Οπλαρχηγός Γκόνος Γιώτας (1880 –1911)

Γκόνος Γιώτας 1880-1911

 

Από τον Ιωάννη Παπαλαζάρου
Πριν αναφερθούμε στους κοινούς αγώνες των Οπλαρχηγών της Γουμένισσας και των Γιαννιτσών κατά τα δύσκολα χρόνια της Μακεδονικής Θύελλας, θεωρώ σκόπιμο να επιχειρήσω μια σύντομη αναδρομή στην κοινή πορεία των δύο ιστορικών πόλεων, στις άρρηκτες σχέσεις και τις κοινές ανησυχίες τους, στους κοινωνικούς, τους οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς που συνέδεαν τους κατοίκους των.

Δεσμοί ανθρώπινοι και προαιώνιοι που δε μπορεί ν’ αποδοθούν μόνο στη φυσική γειτνίαση. Γουμεντζιανοί και Γιαννιτσιώτες γνωρίζονταν οικογενειακά. Σε κάθε ευκαιρία συνεργάζονταν, ανταλλάσσανε προϊόντα, συγγένευαν, συνυπέφεραν, συμπολεμούσαν.

Διοικητικά οι δύο πόλεις υπάγονταν στον ίδιο καζά. Ο καζάς, ως γνωστόν, ήταν μικρή διοικητική περιφέρεια, έδρα Καϊμακάμη, υποδιαίρεση του Σαντζακιού (διευρυμένου Νομού). Στον καζά των Γιαννιτσών υπάγονταν η Γουμένισσα και όλα τα ιστορικά κεφαλοχώρια της περιοχής όπως: Ασικλάρ (Ευρωπός), Γοργόπη, Κουσίνοβο (Πολύπετρο), Γρίβα, Μπαροβίτσα (Καστανερή), Μποέμιτσα (Αξιούπολη), Ορυζάρτσι (Ρύζια), Πέτροβο (Άγιος Πέτρος), Ράμνα (Ομαλό), Τούμπα, Τοσίλοβο (Στάθης), Τσερναρέκα (Κάρπη).

Το 1917 ιδρύθηκε ο Νομός Πέλλης από την προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης (Ελ. Βενιζέλου). Στα διοικητικά όρια του Νομού και στην Υποδιοίκηση Γιαννιτσών υπάγονταν και η περιοχή της Γουμένισσας.

Το 1919 αποσπάσθηκε από τα Γιαννιτσά η περιοχή της Γουμένισσας και αποτέλεσε ιδιαίτερη Υποδιοίκηση, εντός των ορίων πάντα του Νομού Πέλλης.

Το 1934, που ιδρύθηκε ο Νομός Κιλκίς, η Υποδιοίκηση Γουμένισσας, ως επαρχία Παιονίας πλέον, υπήχθη οριστικά στο Νομό Κιλκίς .

Κατά την εκκλησιαστική διοίκηση η περιοχή της Γουμένισσας με τα Γιαννιτσά συναποτέλεσαν ιδιαίτερη Μητρόπολη, με τον τίτλο: Ιερά Μητρόπολις Γενιτσών και Γουμενίτσης, επί μια 8ετία, από τον Οκτώβρη του 1924 μέχρι τον Οκτώβρη του 1932.

Ήταν τμήμα της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης, που αποσπάσθηκε απ’ αυτήν και ιδρύθηκε για να εξυπηρετήσει το πρόβλημα των Αρχιερέων που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα μετά το 1922. Υπηρέτησαν σ’ αυτή δύο λαμπροί Ιεράρχες: Ο Σμάραγδος Χατζηευσταθίου και ο Βασίλειος Παπαδόπουλος.

Και στον τομέα της εκπαίδευσης η επαρχία Παιονίας υπαγόταν διοικητικά στα Γιαννιτσά. Τα δημοτικά σχολεία και τα νηπιαγωγεία της ανήκαν στην Επιθεώρηση Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Γιαννιτσών μέχρι το έτος 1941, oπότε και αποτέλεσαν ιδιαίτερη εκπαιδευτική περιφέρεια με έδρα τη Γουμένισσα.

Ο γηγενής πληθυσμός των δύο πόλεων δοκιμάστηκε σκληρά ιδιαίτερα μετά το 1871 οπότε η Βουλγαρική Εξαρχία κηρύχτηκε σχισματική και ο αφυπνισμένος βουλγαρικός εθνικισμός, απροσχημάτιστα πλέον, άρχισε να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσον, εκφοβισμούς, χρηματισμούς, βιαιοπραγίες, ακόμα και δολοφονίες, για να προσελκύσει ή μάλλον για να υποχρεώσει σε προσχωρήσεις στην Εξαρχία οικογένειες ή ολόκληρους οικισμούς.

Ζούμε σε μια εποχή όπου το θρησκευτικό φρόνημα ήταν το μόνο ειδοποιό γνώρισμα των λαών της Βαλκανικής, υποτελών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και το μόνο μορφοποιητικό στοιχείο της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης και ταυτότητας.

Ο σουλτανικός κανονισμός, το «Χάτι Χουμαγιούν», είχε ρητές διατάξεις: Για να επιβάλει την επιρροή και την εξουσία της σ’ έναν τόπο η Εξαρχία θα έπρεπε να εξασφαλίσει τη συναίνεση των 2/3 τουλάχιστον του πληθυσμού.

Προς την κατεύθυνση και την επίτευξη του στόχου αυτού από την πλευρά της Βουλγαρίας, βοηθούμενης και από τις ρωσικές επεκτατικές βλέψεις και τις ιδέες του Πανσλαβιστικού Κινήματος, κινητοποιήθηκε ένας πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής μηχανισμός για τη μεταστροφή του γηγενούς πληθυσμού της Μακεδονίας προς την Εξαρχία.

Η αρχή έγινε από την ύπαιθρο χώρα της ζώνης της σλαβόφωνης Μακεδονίας (Βόρεια και Δυτική Μακεδονία και μεγάλα τμήματα της Κεντρικής και Ανατολικής) και σύντομα επεκτάθηκε και στα αστικά της κέντρα, με πρώτη επιχείρηση την επιβολή χρήσης της σλαβονικής γλώσσας στις εκκλησίες. Όπου αυτό δεν πετύχαινε με τις συνήθεις πιέσεις, γινόταν με βίαιες καταλήψεις ναών.

Η ίδια τακτική και οι ίδιες πιέσεις ασκήθηκαν και στον τομέα της εκπαίδευσης. Όσοι σλαβόφωνοι δε έστελναν τα παιδιά τους σε βουλγαρικά σχολεία χαρακτηρίζονταν γραικομάνοι και ήταν υπό απηνή διωγμόν.

Τα πρώτα χρόνια, μέχρι να οργανωθούν οι ελληνικές προξενικές αρχές και οι διάφοροι σύλλογοι των αστικών κέντρων, οι επιτυχίες της βουλγαρικής προπαγάνδας ήταν εντυπωσιακές.

Η πρώτη και σημαντική βουλγαρική διείσδυση σημειώθηκε στη γειτονική επαρχία Πολυανής, όπου λόγω της φιλοβουλγαρικής συμπεριφοράς του Μητροπολίτη Παρθενίου, μέσα σε τρία χρόνια συστάθηκαν 70 περίπου βουλγαρικά σχολεία.

Το κλίμα της αντιπαράθεσης και οι διενέξεις πήραν πλέον μορφή πολεμικών συγκρούσεων και μεγάλες διαστάσεις. Περιττό να τονιστεί ότι αυτός ο έντονος φυλετικός ανταγωνισμός εξυπηρετούσε πλήρως τα σχέδια της Οθωμανικής Κυβέρνησης, αφού έτσι αποκλείονταν κάθε μελλοντική σύμπραξη των χριστιανικών εθνοτήτων εναντίον της.

Μάταια οι Έλληνες Πρόξενοι της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και των Σερρών, με αναφορές, υπομνήματα και παραστάσεις τους ζητούσαν επίμονα ενεργότερη ανάμιξη του Ελεύθερου Ελληνικού Κέντρου.

Η μικρά πλην έντιμος Ελλάς, όπως αυτάρεσκα την αποκαλούσαν οι παροικούντες τας Αθήνας, ούτε προθυμίαν ούτε ενδιαφέρον και ετοιμότητα ανάλογη των περιστάσεων επέδειξε. Όχι μόνο δεν επωφελήθηκε να ενισχύσει δυναμικά τα δύο επαναστατικά κινήματα του 1878 στον Όλυμπο και στο Βούρινο της Κοζάνης, αλλά νωρίτερα είχε αποκηρύξει και επίσημα καταγγείλει παρόμοιες κινητοποιήσεις το 1866 στη Χαλκιδική.

Ανάλογους δισταγμούς και απραξία επέδειξε και κατά την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα, έχοντας νωπές τις μνήμες του ατυχούς πολέμου του 1897 και υποβάλλοντας το γηγενή πληθυσμό ιδιαίτερα το σλαβόφωνο σε αφάνταστες δοκιμασίες.

Ο καταιγισμός των εκβιαστικών πιέσεων και τρομοκρατικών ενεργειών που ασκούσαν οι βουλγαρικές οργανώσεις, με κύριο επιχείρημα τη γλωσσική συγγένεια, τα φλογερά επαναστατικά συνθήματα περί ελεύθερης Μακεδονίας που θα ανήκει στους Μακεδόνες, σε συνδυασμό με την αδύναμη ελληνική παρουσία, επέφεραν σύγχυση, διλήμματα και κύματα προσχωρήσεων στην Εξαρχία.

Οι Βούλγαροι εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση στρατολογούσαν με τη βία ή με υποσχέσεις θέσεων και χρηματισμού γόνους κυρίως σλαβόφωνων, αλλά και βλαχόφωνων οικογενειών, τους οποίους εκπαίδευαν, φανάτιζαν και τους έστελναν πίσω στα χωριά τους ως ιερείς, ως δασκάλους, μεταμφιεσμένους οργανωτές της θρυλούμενης μεγάλης εξέγερσης.

Αλλά και πολλοί νέοι Μακεδόνες, ανυποψίαστοι, απληροφόρητοι και ανυπόμονοι, κατατάχτηκαν μόνοι τους σε βουλγαρικά σώματα ή έδρασαν οι ίδιοι ως αρχηγοί σωμάτων. Αρκετοί απ’ αυτούς όταν αντελήφθησαν τους πραγματικούς σκοπούς των βουλγαρικών οργανώσεων και τις βιαιοπραγίες τους εις βάρος των χριστιανών, τις εγκατέλειψαν και οργανώθηκαν σε ελληνικές ανταρτικές ομάδες ή αναδείχτηκαν οι ίδιοι σε δραστήριους οπλαρχηγούς, όπως οι Κότας, Νταλίπης, Κύρου, Στρεμπενιώτης κ.ά. στη Δυτική Μακεδονία ή τα αδέλφια Δουγιάμα, ο Λάζος, ο Γκόνος, ο Μήτρος και ο Τράικος από τη γειτονική Μπαροβίτσα και ο Γκόνος Γιώτας από τα Γιαννιτσά.

Ο Γκόνος Γιώτας, ζωηρός, ευέξαπτος και ανυπόταχτος ως χαρακτήρας, επειδή από τα εφηβικά του χρόνια τον συγκινούσαν ιδιαίτερα και τον αναστάτωναν τα συνθήματα των βουλγαρικών οργανώσεων για συνένωση όλων των Μακεδόνων και απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Τούρκο δυνάστη, επεδίωξε να ενταχθεί σ’ αυτές και να δράσει.

Όταν όμως άρχισε να πληροφορείται και να βλέπει με τα ίδια του τα μάτια τις ωμότητες των κομιτατζήδων μέσα στις εκκλησίες, τις δολοφονίες συμπατριωτών του παριαρχικών, Γιαννιτσιωτών και χωρικών, τους εγκατέλειψε αγανακτισμένος και άρχισε από το χειμώνα του 1904 να συνεργάζεται με ελληνικά ανταρτικά σώματα της περιοχής της Λίμνης, έγινε ο ίδιος οπλαρχηγός του Βάλτου, αναδείχτηκε σε κυρίαρχο των μυστικών του, σε πραγματικό στοιχειό του.

Οι άνδρες της ομάδας του, που έφτασαν μέχρι τους 35, κατάγονταν κυρίως από τα Γιαννιτσά και από το Ρουμλούκι. Από την περιοχή της Γουμένισσας συνεργάστηκαν μαζί του οι Κων. Σαμαράς, Γεώργιος και Χρήστος Πούλκας και ο γνωστός οπλαρχηγός Λάζος Δουγιάμας ή Μπαροβίτσαλης.

Λαζος Δουγιαμας

Ο καπ. Λάζος Δουγιάμας με τα αδέλφια του και με άνδρες της ομάδας του

 

Η συνεργασία Γκόνου και Λάζου Μπαροβίτσαλη προέκυψε αμέσως μετά τη μεταστροφή του δευτέρου προς την ελληνική πλευρά (χειμώνας του 1907) και τις σχετικές οδηγίες του Κέντρου. Το αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Γκόνος σε έκθεσή του που υπέβαλε προς την Εξελεγκτική Επιτροπή των Μακεδονομάχων : «Την αυτήν εποχήν συνεννοούμενος μετά του πρώην Βουλγάρου αρχηγού εκ Μπαροβίτσης Λάζου, κατέληξα εις το ευχάριστον αποτέλεσμα της συναντήσεως μετ’ αυτού εν τω κάτω Βάλτω».

Οι συναντήσεις των δύο Οπλαρχηγών ήταν πολύ συχνές στην περιοχή της Λίμνης και στα χωριά της Γουμένισσας είτε για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις είτε για ενθάρρυνση των χωρικών που υφίσταντο τρομοκρατικές επιθέσεις από τις βουλγαρικές τσέτες των Λούκα, Καρατάσου και Κούκουτ-Τράιο στο Βάλτο, του Μπαμπιάνσκι στην Καρατζόβα και του Αποστόλ Πετκώφ στην περιοχή Γιαννιτσών – Γουμένισσας.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι κινήσεις τους παρακολουθούνταν και από τον τουρκικό στρατό, από τις ενέδρες του οποίου κινδύνευαν ανά πάσα στιγμή.

Ο Γεώργιος Μόδης αφηγείται ένα περιστατικό όπου διαπιστώνει κανείς την πονηριά, την ετοιμότητα και την ψυχραιμία που διέθεταν οι δύο αρχηγοί και την επέδειξαν σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου που απείλησε τη ζωή τους.

Αρχές Μαΐου του 1908 βρέθηκαν οι δυό τους στην Κουλακιά, φιλοξενούμενοι στο σπίτι του φίλου τους Φώτη Καλλιγιάννη, μαζί με τον Αποστόλη Ματόπουλο από το Γιδά.

3 Ο Γκόνος Γιώτας (αριστερά) και ο Λάζος Δογιάμας (δεξιά) έχοντας στο κέντρο τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη και καθιστό τον Απόστολο Ματόπουλο

Ο Γκόνος Γιώτας (αριστερά) και ο Λάζος Δογιάμας (δεξιά) έχοντας στο κέντρο τον Κων/νο Μαζαράκη και καθιστό τον Απόστολο Ματόπουλο

 

Απόσπασμα τουρκικού στρατού εμφανίστηκε ξαφνικά στα πρόθυρα του χωριού, πιθανόν ειδοποιημένο. Οι τρεις άντρες δεν επιχείρησαν να κρυφτούν ή να φύγουν. Με εντολή του Γκόνου φόρεσαν παλιά χωριάτικα ρούχα, ανέβηκαν σ’ ένα κάρο φορτωμένο με ψαθιά και με τα δρεπάνια στον ώμο έδειχναν φιλήσυχοι ψαθάδες χωρικοί που πήγαιναν για θέρισμα στα λιβάδια. Τα όπλα τους, καλά κρυμμένα κάτω από τις ψάθες, έμειναν αχρείαστα. Οι Τούρκοι δεν έδωσαν σημασία στους κουρελήδες χωρικούς και τους προσπέρασαν.

Η συνεργασία και οι κινήσεις του Γκόνου Γιώτα και του Λάζου Μπαροβίτσαλη έφεραν μεγάλη ανακούφιση και επάνοδο στο Πατριαρχείο σε πολλά χωριά της περιοχής που είχαν εξαναγκαστεί να προσχωρήσουν στην Εξαρχία από τον Βοεβόδα Αποστόλ Τερζίεφ (Πετκώφ).

Ο Γκόνος παρέμεινε στο δυτικό τμήμα της Λίμνης μέχρι τον Ιούλιο του 1908. Τότε που κηρύχτηκε το κίνημα των Νεοτούρκων και με το νέο σύνταγμά τους έδωσαν γενική αμνηστία στους αντιμαχόμενους.

Νέα κατάσταση πραγμάτων προέκυψε στη Μακεδονία μετά την επανάσταση των Νέοτούρκων. Κηρύχτηκε η λήξη του ένοπλου αγώνα, ο σταδιακός αφοπλισμός και η αποχώρηση των σωμάτων από τη Λίμνη. Ένα είδος εκεχειρίας και φαινομενικής συμφιλίωσης που έδωσε την ευκαιρία στους Οπλαχηγούς να παρουσιαστούν με τα σώματά τους στις τουρκικές αρχές και να παρελάσουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

4 Ο Γκόνος Γιώτας, ο Ματόπουλος και ηγέτες των Νεότουρκων από αναμνηστική φωτογραφία στον Γιδά τις ημέρες της ανακωχής

Ο Γκόνος Γιώτας, ο Ματόπουλος και ηγέτες των Νεότουρκων, από αναμνηστική φωτογραφία στον Γιδά τις ημέρες της ανακωχής

 

Όλα αυτά βέβαια ήταν φαινόμενα για πρόκληση εντυπώσεων μόνον και διάρκειας ολίγων ημερών. Η ελληνική πλευρά, νομοταγής και ευκολόπιστη, ως συνήθως, έδωσε εντολή τερματισμού κάθε ένοπλης δράσης και οι Πρόξενοι στο εξής να μη παρέχουν τη συνδρομή τους στα ένοπλα σώματα.

Οι βουλγαρικές οργανώσεις αρχικά έδωσαν την εντύπωση σεβασμού των όρων της εκεχειρίας, πολύ γρήγορα όμως απέδειξαν ότι στην πραγματικότητα ούτε αφοπλισμό ούτε ουσιαστική αποχώρηση και τερματισμό της τρομοκρατικής τακτικής ήταν διατεθειμένοι να κάνουν. Έτσι λίγες μέρες μετά το Κίνημα, το τοπικό κομιτάτο έδωσε εντολή στον περιβόητο βοεβόδα Αποστόλ Πετκώφ Τερζίεφ να μην εγκαταλείψει την περιοχή Γιαννιτσών – Γουμένισσας ώστε να παρεμποδίσει τη δυναμική παρουσία και τυχόν επικράτηση στον τομέα αυτόν του Γκόνου Γιώτα και του Λάζου Μπαροβίτσαλη, που θα είχε σαν αποτέλεσμα φυσικά τη δημιουργία ευνοϊκού Status για τα ελληνικά συμφέροντα.

Οι Νεότουρκοι, από την άλλη πλευρά, δεν άργησαν να διαψεύσουν παταγωδώς τις διακηρύξεις του συντάγματός των περί καθεστώτος που διασφάλιζε την ισονομία και την ισοπολιτεία των υπό την κυριαρχία τους λαών της Βαλκανικής. Πολύ νωρίς επιδόθηκαν σ’ έναν αχαλίνωτο τουρκικό σωβινισμό, ακολουθώντας συστηματική αφομοιωτική πολιτική, χειρότερη της εποχής των Σουλτάνων.

Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε και ο διαφαινόμενος σοβαρός κίνδυνος για τη Μακεδονία υποχρέωσε την Ελληνική Κυβέρνηση και το Προξενείο της Θεσσαλονίκης να αναλάβουν πρωτοβουλίες και δραστικά μέτρα για την αποτελεσματικότερη οργάνωση άμυνας και περαιτέρω δράσης.

Τα μέτρα είχαν δύο στόχους : α) Να αναδιοργανωθεί κατά τόπους η Εθνική Άμυνα κατά τον πλέον αποδοτικό και ασφαλή τρόπο. Για το λόγο αυτό συγκροτήθηκαν με κάθε μυστικότητα στα αστικά κέντρα και στα κεφαλοχώρια της περιοχής ομάδες τοπικής πολιτοφυλακής με αποστολή την προάσπιση των τοπικών εκκλησιαστικών, εκπαιδευτικών και εθνικών δικαίων, την ενίσχυση του ηθικού και προστασία των πατριαρχικών χριστιανών, την οργάνωση κρυπτών οπλισμού και πυρομαχικών και τη διαρκή ενημέρωση του Κέντρου για την παρουσία, τις κινήσεις και τις βλέψεις των Βουλγάρων.

Η Πολιτοφυλακή απαρτιζόταν από ικανά και έμπειρα πρώην μέλη των ενόπλων σωμάτων του Αγώνα, με αρχηγούς τους γνωστούς μας οπλαρχηγούς, αλλά στο εξής, για λόγους ασφαλείας, με τα ψευδώνυμά τους.

Υπεύθυνοι για την οργάνωση και διεύθυνση της εθνικής άμυνας αυτής της μορφής ήταν κατά περιοχή ανώτεροι κληρικοί, δάσκαλοι ή διευθυντές οικοτροφείων.

Για την περιοχή των Γιαννιτσών ως αρχηγός της Πολιτοφυλακής και για την περίοδο τέλη 1908 – Ιούνιος 1909 αναφέρεται ο Καπετάν Παναγιώτης. Από τη μυστική αλληλογραφία και εκθέσεις του Ελληνικού Προξενείου προκύπτει ότι Καπετάν Παναγιώτης ήταν ο Γκόνος Γιώτας σε ένα νέο ρόλο, μια νέα μορφή δράσης για το «Στοιχειό του Βάλτου».

Ανάλογο ρόλο για την περιοχή της Γουμένισσας ανέλαβε ο Μήτρος, αδελφός του Λάζου Μπαροβίτσαλη.

β) Ο δεύτερος στόχος των μέτρων ήταν η προστασία και διαφύλαξη των αυτόχθονων μαχητικών δυνάμεων του Αγώνα και κυρίως των Οπλαρχηγών από τη διωκτική μανία των Νεοτούρκων που άρχισε να εκδηλώνεται από τις πρώτες ημέρες της επικράτησής τους.

Η Ελληνική Κυβέρνηση επιθυμώντας να φανεί πειστική στις φιλειρηνικές της προθέσεις απέναντι των Νεοτούρκων, αλλά και με το ενδεχόμενο μιας δεύτερης φάσης ένοπλων συγκρούσεων στη Μακεδονία, φυγάδευσε τους σημαντικότερους των οπλαρχηγών στην Αθήνα και τους φιλοξενούσε στο «Άσυλο των Μακεδόνων» της οδού Μιχαήλ Βόδα.

Εκεί βρέθηκαν εγκλωβισμένοι και αναγκαστικά εκπατρισμένοι ο Γκόνος Γιώτας και ο Λάζος Μπαροβίτσαλης μαζί με αρκετούς συντρόφους και συναγωνιστές τους από τις περιοχές Βοδενών, Γιαννιτσών και Γουμένισσας. Άνθρωποι που ανάλωσαν τα νιάτα τους αγωνιζόμενοι για την ελευθερία της Μακεδονίας στα βουνά και στους κάμπους της, ελεύθεροι, ασυμβίβαστοι και απροσκύνητοι, βρέθηκαν ξαφνικά περιορισμένοι και άπραγοι να εξαρτώνται από το συσσίτιο του Ασύλου. Λιοντάρια στο κλουβί.

Δεν ήταν μόνον ο αναγκαστικός περιορισμός και η πλήρης απραξία που κούραζαν και εξόργιζαν τους Μακεδονομάχους. Ήταν και οι ανοιχτοί λογαριασμοί που είχαν αφήσει στη Μακεδονία με τους κομιτατζήδες, ήταν και οι δυσάρεστες ειδήσεις που κατέφθαναν για απόπειρες δολοφονιών και βιαιοπραγιών σε βάρος πατριαρχικών από τα Γιαννιτσά και τη Γουμένισσα και για αντίποινα σε βάρος συγγενικών τους προσώπων εκ μέρους των Βουλγάρων και των τουρκικών αρχών:

-Στις 8 Μαΐου 1909 ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζου Μπαροβίτσαλη, Γκόνος, συνόδεψε επτά συγχωριανούς του από την Μπαροβίτσα στη Γουμένισσα για να δηλώσουν ότι εγκαταλείπουν την Εξαρχία και επανέρχονται στο Πατριαρχείο. Ενώ επέστρεφε στο χωριό του δέχτηκε δολοφονική επίθεση κομιτατζήδων. Γλίτωσε από θαύμα.

-Στις 25 Μαΐου 1909 ανεπιτυχής απόπειρα δολοφονίας γίνεται και κατά του επ’ αδελφή γαμπρού του Γκόνου Γιώτα, Θωμά.

-Λίγους μήνες αργότερα, στις 24 Νοεμβρίου, συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν από τις τουρκικές αρχές στα Γιαννιτσά και οι γέροντες γονείς του Γκόνου Γιώτα.

Όλα αυτά τα γεγονότα θορύβησαν και αναστάτωσαν τους Οπλαρχηγούς, που δεν έβλεπαν την ώρα να επιστρέψουν στη Μακεδονία. Προς το σκοπό αυτό έγιναν και κάποιες μυστικές κινήσεις και συνεννοήσεις στο Άσυλο που, ως φαίνεται, υπέπεσαν στην αντίληψη των Αρχών.

Η ελληνική κυβέρνηση ενώ κατ’ αρχήν δείχνει να συμμερίζεται τη δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση των Μακεδόνων αρχηγών και το δράμα των συγγενών τους στη Μακεδονία, αρνείται να τους επιτρέψει την επιστροφή για να μη δυσαρεστήσει την κυβέρνηση των Νεότουρκων.

Η πρώτη ανησυχία εκφράζεται με κρυπτογράφημα της 3ης Νοεμβρίου 1910 του Υπουργού Εξωτερικών προς τους Νομάρχες Λάρισας και Τρικάλων: «Πληροφορούμενοι ότι τινές εκ των ενταύθα Μακεδόνων αρχηγών βαρέως φέροντες νέαν βουλγαρικών συμμοριών δράσιν προ πάντων όμως τρομεράς τουρκικών αρχών καταπιέσεις εναντίον οικογενειών και συγχωριανών των, δικαίως δ’ ίσως συγκινούμενοι επί πρωτοφανή καταδιώξει ελληνικού στοιχείου, ανταλλάσσουν σκέψεις περί σχηματισμού μικρών ομάδων και εξόδου εις Μακεδονίαν….»

Στη συνέχεια γίνονται συστάσεις προς τους Νομάρχες: « …αυστηρώς επιτηρούντες αυτούς παρακωλύσατε δια παντός μέσου έξοδόν των εις όμορον επικράτειαν…»

Παρά τα σχολαστικά μέτρα φύλαξης των συνόρων στη Θεσσαλία, ο Γκόνος Γιώτας με το Λάζο Μπαροβίτσαλη και μερικούς ακόμα συντρόφους στις 3 Νοεμβρίου 1910 εγκατέλειψαν το Άσυλο των Μακεδόνων και δια των συνόρων της Θεσσαλίας πέρασαν στα γνώριμα και αγαπημένα μέρη της Μακεδονίας.

Η είδηση της απόδρασης ανησύχησε σφόδρα την Κυβέρνηση του Ελληνικού Βασιλείου, η οποία με σειρά επειγόντων κρυπτογραφημάτων προς τους Νομάρχες της Θεσσαλίας και τους Προξένους της Μακεδονίας εξαπολύει αυστηρότατες εντολές για τη σύλληψη των «ληστών» και «κακοποιών στοιχείων» όπως χαρακτηρίζει τους Οπλαρχηγούς:

Με το υπ’αριθμόν 19834/8-111910 εμπιστευτικό τηλεγράφημα προς τους Νομάρχες ΛαρίσηςΤρικάλων διατάσσει πως αφού συλληφθούν οι αποδράσαντες Γκόνος και Λάζος «να κατασχεθεί επ’αυτών παν έγγραφον διότι είναι προδήλως πλαστόν και εκθέτον την Κυβέρνησιν».

Με νέο τηλεγράφημα του Υπουργείου Εξωτερικών προς τους Προξένους Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σερρών επισημαίνονται τα εξής: «Επειδή παρ’ όλα αυστηρά μέτρα Κυβερνήσεως και άγρυπνον φύλαξιν μεθορίου πληροφορούμεθα ότι Μακεδόνες Οπλαρχηγοί Γκόνος εκ Γιαννιτσών και Λάζος εκ Μπαροβίτσης μεθ’ ετέρων 6 οπαδών εισήλθον εις τουρκικόν έδαφος κατευθυνόμενοι πιθανώς εις περιφέρειαν ΒεροίαςΝαούσης επί σκοπώ διαπράξεως ληστείας, υποκρινόμενοι βεβαίως εθνικούς αποστόλους, παρακαλούμεν λάβητε αμέσως κατάλληλα μέτρα…τοπικαί δε αρχαί να κατανοήσωσι ότι δεν πρόκειται περί συμμοριών αλλά περί κοινών ληστών… καθόσον Βασιλική Κυβέρνησις ακολουθούσα την αυτήν πάντα φιλειρηνικήν πολιτικήν αμετάκλητον έχει απόφασιν καταδιώξει απηνώς κακοποιά εν γένει στοιχεία…».

Ο Νομάρχης Λαρίσης Περικλής Αργυρόπουλος με τηλεγραφήματα από 9 και 18 Νοεμβρίου ομολογεί την αδυναμία του να συλλάβει τους Γκόνο και Λάζο μαζί με άλλους 8 Μακεδόνες γιατί δεν έχει επαρκείς δυνάμεις και δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως.

Εν τω μεταξύ οι δύο Οπλαρχηγοί εμφανίστηκαν στην περιοχή του Ρουμλουκιού περί τα τέλη Νοεμβρίου 1910, αφού ανασυγκρότησαν ένα μέρος της ομάδας του Γκόνου με παλιούς τους συντρόφους. Από εδώ συντάσσουν κοινή επιστολή προς τον Έλληνα Πρόξενο Θεσσαλονίκης Παπαδιαμαντόπουλο την οποία εμπιστεύονται στο Σίμο Πατούλα, μουχτάρη του Αρκουδοχωρίου Νάουσας. Το ύφος και το περιεχόμενο της επιστολής είναι μια δραματική έκκληση για συνδρομή εκ μέρους των ελληνικών αρχών στο νέο ιερό αγώνα που αναλαμβάνουν για τα δίκαια της φιλτάτης τους Μακεδονίας.

«Οι εν τη παρούση υποφαινόμενοι Μακεδόνες αρχηγοί ελληνομακεδονικών σωμάτων αναλαβόντες και πάλιν τον ιερόν εν Μακεδονία αγώνα…Αιτούμεν δια της παρούσης να μας υποστηρίξετε εν τω έργω όπερ υπό τα δυσχερείς τω όντι περιστάσεις συνεχίζομεν. Πιθανόν δια διαφόρους λόγους να αποποιηθείτε μίαν τοιαύτην συνδρομήν,ήν αναπόδραστος ανάγκη σήμερον απαιτεί. Αλλ’ ημείς τέκνα του τόπου αυτόχθονα γνωρίζομεν κάλλιον παντός άλλου εκ των πέραν της χώρας ταύτης διαμενόντων, διαβλέπομεν καθαρότερον τον επικρεμάμενον κίνδυνον υπέρ των κεφαλών του Μακεδονικού Ελληνισμού. Ούτος σφαδάζει σήμερον ασυγκρίτως πλειότερον άλλης εποχής, υπό την πτέρναν του τυράννου αφ’ενός και των ποικιλονύμων άλλων εχθρών μας αφ’ ετέρου…».

Η επιστολή καταλήγει με μία τελευταία παράκληση για ταχεία ευνοϊκή απάντηση και για την αιτούμενη συνδρομή, η οποία φυσικά δεν εστάλη ποτέ.

Αντιθέτως, κινήθηκαν εναντίον τους οι πάντες: Τουρκικά αποσπάσματα από τη Βέροια, υπό τον ίδιο τον Καϊμακάμη, και από τη Θεσσαλονίκη. Το Ελληνικό Προξενείο που τους αποδοκιμάζει και τους αποκηρύσσει. Διάφοροι τοπικοί παράγοντες, όπως ο καπετάν Αποστόλης Ματόπουλος από το Γιδά και ο γιατρός Αντωνάκης Αντωνιάδης με τις βεβαρυμένες διασυνδέσεις και συνεργασίες τους με τις τουρκικές αρχές.

Για τις ύποπτες δραστηριότητες των δύο τελευταίων υπάρχουν οι εξής μαρτυρίες: Ο Αποστόλης από το Γιδά ήταν πρώην συνεργάτης και σύντροφος του Γκόνου Γιώτα στην ομάδα του. Οι δύο άντρες έγιναν άσπονδοι εχθροί από τη στιγμή που, όπως ισχυρίζεται ο Γκόνος στην «Εκθεση των ενεργειών του», συνέλαβε τον Αποστόλη να εμπορεύεται 50 όπλα και 10.000 φυσίγγια και αργότερα να προδίδει στις αρχές κρυψώνα 200 όπλων.

Ο «γιατρός» Αντωνάκης, περίεργος τύπος πρακτικού γιατρού της περιοχής Ρουμλουκιού, αχαλίνωτα φιλόδοξος, κατάντησε όργανο και πληροφοριοδότης στα χέρια των Νεοτούρκων. Και οι δυο βαρύνονται με την κατηγορία της πληροφόρησης των τουρκικών αρχών για τις κινήσεις της ομάδας Γκόνου και Λάζου μετά την επάνοδό τους στην περιοχή της Λίμνης.

Για τη σύνθεση και τις κινήσεις της ομάδας μας πληροφορεί το υπ’αριθ. 715/26-11-1910 τηλεγράφημα του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο Εξωτερικών:

«…Συμμορία υπό τους Λάζον και Γκόνον ενεφανίσθη εις πλείστα χωρία του Ρουμλουκίου. …Αι τουρκικαί αρχαί μαθούσαι το γεγονός απέστειλαν επί τόπου τον γνωστόν ιατρόν Αντωνάκην προς συλλογήν πληροφοριών, διέταξαν δε την εκ Βεροίας έξοδον αποσπασμάτων προς καταδίωξιν της συμμορίας… Την συμμορίαν απαρτίζουσιν οι εξής: Λάζος εκ Μπαροβίτσης, Γκόνος εκ Γιαννιτσών, Αθαν. Μακρής εκ Ναούσης, Κυριάκος εκ Κουλακιάς, Στέλιος και Μανώλης εκ Κρήτης, 2 με το όνομα Κόττας εκ Βεροίας και 2 άγνωστοι, πιθανώς εκ Καστορίας (στη συνέχεια αναφέρεται στην επιστολή των 2 Οπλαρχηγών) … Αμέσως έδωκα εντολήν τω κομιστή να είπη ότι το ανόητον και επιβλαβέστατον κίνημά των αποδοκιμάζεται διαρρήδην και οφείλωσι να απέλθωσι…»

Οι δύο Οπλαρχηγοί κινήθηκαν στη νότια πλευρά του Βάλτου, γύρω από το τσιφλίκι του Νησελίου, όπου αναζήτησαν φίλους, συντρόφους και κρυψώνες οπλισμού. Ονειρεύονταν να ανασυγκροτήσουν τα παλιά αντάρτικα σώματα, να κλείσουν κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς με τους κομιτατζήδες της περιοχής και να αγωνιστούν για την πολυπόθητη λευτεριά της Μακεδονίας.

Τουρκικό απόσπασμα από την περιοχή της Βέροιας, υπό τον Ταγματάρχη Χαλίλ-μπεη παρακολουθούσε την τακτική και τις κινήσεις της ομάδας. Σε δυο περιπτώσεις μάλιστα συγκρούστηκαν σε μάχες εκ του συστάδην.

Η πρώτη συμπλοκή που συνήφθη στις αρχές Δεκεμβρίου 1910 ήταν αναίμακτη, αλλά νικηφόρα για την ομάδα Γκόνου και Λάζου. Το τουρκικό απόσπασμα αναγκάσθηκε να υποχωρήσει ατάκτως. Το γεγονός αναπτέρωσε το ηθικό και τις ελπίδες των δύο Οπλαρχηγών, αλλά και των κατοίκων των παραλίμνιων χωριών.

Η ευνοϊκή αυτή εξέλιξη και τα ευεργετικά της αποτελέσματα για τον Ελληνισμό της περιοχής δεν έμελλε, δυστυχώς, να έχει μεγάλη διάρκεια. Η δεύτερη σύγκρουση που συνήφθη στις 13 Φεβρουαρίου 1911 είχε δραματική κατάληξη.

Κατά την πολύωρη συμπλοκή με το απόσπασμα του Χαλίλ-μπεη, κοντά στη Σκάλα του Νησιού, έπεσε νεκρός ο Γκόνος Γιώτας. Ήταν μόλις 31 ετών και δεν πρόλαβε να χαρεί το αγαθό για το οποίο αγωνιζόταν 10 χρόνια τώρα, την ελευθερία της Μακεδονίας, που ήρθε μόλις 20 μήνες αργότερα από τον ελληνικό στρατό.

Κάτι που δε χάρηκε και ο πιστός σύντροφός του Λάζος Μπαροβίτσαλης που έπεφτε δολοφονημένος 6 μήνες αργότερα από τις σφαίρες του αρχικομιτατζή Γκιούπτσετο, κοντά στην Τσέρνα Ρέκα.

Ήταν ο τραγικός επίλογος της κοινής αγωνιστικής πορείας δυο παλικαριών από τις εκατοντάδες των Γηγενών Μακεδονομάχων, που μπορεί να γνώριζαν ελάχιστα ελληνικά, διέθεταν όμως εκπληκτικό απόθεμα ελληνικής συνείδησης και η συμμετοχή τους στο Μακεδονικό Αγώνα του προσέδωσε νόημα, περιεχόμενο και νικηφόρα κατάληξη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
1.Περ. «ΦΙΛΙΠΠΟΣ» τεύχ.23 «Καζάς Γενιτσών» Δημ.Χατζηβρέττα.
2.Περ. «ΙΣΤ.ΛΑΓΟΓΡ.ΘΕΜΑΤΑ» τ.Ιανουαρ.’93 « Ιερά Μητρόπολις Γενιτσών-Γουμένισσας» Κων.Σταλίδη.
3.«Εφτά χρόνια εργασίας» Παν.Παυλούρου.
4.«Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας» Κων.Βακαλόπουλου σελ.70.
5.«Μακεδονία-4000 χρόνια» ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ σελ.453.
6.«Μακεδονικός Αγών» Π.Τσάμη σε. 176.
7.Περ. «ΙΣΤ.ΛΑΟΓΡ.ΘΕΜΑΤΑ» τ. Ιανουαρίου ’93 «Γκόνος Γιώτας» Ιωάν. Παπαλαζάρου.
8.«Μακεδονικός Αγών» Άγγ. Ανεστόπουλου σελ. 402.
9.Περ. «Ι.Λ.Θ» τ. Απριλίου ’93 «Εκθεσις ενεργειών Γκ.Γιώτα» Τ. Τιμοθεάδη.
10.«Μακεδονικός Αγών-Μακεδόνες Αρχηγοί» Γ. Μόδη σελ.303.
11.Περ. «ΙΣΤ.ΛΑΟΓΡ.ΘΕΜΑΤΑ» τ.
12ο «Η εθνική άμυνα στα Γενιτσά» Γ. Τουσίμη. και τ. 5ο «Επιστροφή του Γ. Γιώτα στη Λίμνη των Γενιτσών» Γ. Τουσίμη.
15.Όπως σημ. 9.
16.«Γιατροί στον Μακ. Αγώνα» Αθ.Τζινίκου-Κακούλη, σελ. 34.

Κατηγορία: Ιστορικα - Μακεδονικός Αγώνας

© 2007 - 2019 Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών "Ο Φίλιππος"
Διεύθυνση: Δημάρχου Στάμκου 1 58100 Γιαννιτσά, Τηλέφωνο: 2382083684, email: filippos@fileg.gr