Υλικός Βίος Δ΄: Γεωργία

10 Φεβρουαρίου, 2015


Του Χριστάκη Ιωαννίδη*

 

1. Σπορά των Δημητριακών

Tα παλιά τα χρόνια είχαμε μόνο τα μπαίρια (υψώματα) δεν είχαμε την λίμνη. Τα μπαίρια είναι ανώμαλα, λίγα ήταν ίσια. Άλλα έχουν άσπρα χώματα και άλλα μαύρα, που έδιναν περισσότερη παραγωγή. Τα ίσια ήταν και πιο καρπερά, ενώ τα πλαγινά ξεπλένονταν από την βροχή. Τα πρώτα χώματα τα είχαμε αμπέλια, τα μισά και παραπάνω, και τα υπόλοιπα σιτάρια σκληρά, κόκκινα, άσπρα και την καμπέρα (σάτκα),που με το αλεύρι της κάμναμε λειτουργιές και μπουγάτσες.

 

2. Σπόρος

Το σπόρο τον διαλέγαμε ακόμη από τα αλώνια. Τον χωρίζαμε από το καλό σιτάρι και τον φυλάγαμε στην αποθήκη. Τη μέρα που θα βγάζαμε το σπόρο για σπάρσιμο είχαμε το νου μας όσοι μέναν στο σπίτι να μη βγάλουν να δώσουν τίποτα ακόμη και στον πιο καλό γείτονα, έτσι ήταν το έθιμο. Η μάνα μας έκαμνε πίτα κείνη την ημέρα και πήγαινε το μεσημέρι στο χωράφι, για να φάνε οι εργάτες αν ήταν κοντά ή την ετοίμαζε για το βράδυ.

 

3. Προγνωστικά των γεωργών

Για το φεγγάρι λέγαμε πως, όταν κοιτάζει προς τα πάνω, θα έχουμε βροχή, όταν κοιτάει ίσια, καλό καιρό. Για τον ήλιο, όταν στο ηλιοβασίλεμα έμπαινε σε σύννεφο, ο καιρός, λέγαμε, θα χαλάσει προς την βροχή. Αν ήταν κόκκινο το ηλιοβασίλεμα, δείχνει σε αέρα. Όταν ανατέλλει σε σύννεφο, έχουμε αμέσως αέρα. Το φεγγάρι όταν είναι πανσέληνος κι έχει αλώνι, τότε θά ’χει βροχή σε 1, 2 μέρες. Όταν την άνοιξη ανθίζουν γρήγορα οι άγριες τριανταφυλλιές, θά ’χουμε πρώιμη άνοιξη και καλή παραγωγή. Τη νύχτα, όταν οι κουκουβάγιες φωνάζουν πυκνά, έρχεται κακοκαιρία.

Στη λίμνη όταν ήμασταν ψαράδες και βγαίναμε τη νύχτα με το φανάρι και δεν βρίσκαμε ψάρια κι όλα ήταν βουρκωμένα λέγαμε, ότι θα χαλάσει ο καιρός. Ύστερα, όταν οι λύκοι και τα τσακάλια φώναζαν άγρια τη νύχτα, πάλι ο καιρός χαλούσε. Ό,τι καιρό είχε της Υπαπαντής, τον ίδιο καιρό πιστεύαμε πως θα έκαμνε επί 40 μέρες έπειτα.

 

4. Εργαλεία – Ζώα

Εργαλεία είχαμε το αλέτρι (ράλο) και τον ζυγό (γιάριν). Αυτά τα φτιάχνανε ορισμένοι μαστόροι από ξύλο οξιάς από το βουνό. Μπροστά στη μύτη βάζαμε μια σιδερένια μύτη που την κάμνανε τούρκοι γύφτοι. Το αλέτρι είχε ένα μονοκόμματο γυριστό ξύλο μάκρους 3-4 μέτρων. Στο μπροστινό μέρος έμπαινε ο ζυγός και το άλλο χώνονταν στη γη (πλάζουτ). Είχε κι ένα άλλο πού ’μπαινε στο πρώτο και ήταν σα χερούλι (ρατσίτσα). Από εδώ έπιανε το αλέτρι ο γεωργός. Πάνω στο πλάζουτ βάζαμε το σίδερο για να μη τρώγεται η μύτη αυτή (παλίσνικ). Ο ζυγός μπροστά είχε τέσσερα ξύλινα κομμάτια (ζώγλες). Εκεί έμπαινε ο λαιμός των βοδιών. Στην μέση του ζυγού που δένονταν με το αλέτρι βάζαμε ένα γουρουνίσιο δέρμα για να μη τρώγεται το ξύλο (πρίβιουτ). Το αλέτρι είχε τρεις τρύπες. Αν βάζαμε στην πρώτη τρύπα το ζυγό, το αλέτρι πήγαινε βαθιά, στη δεύτερη πιο ρηχά και στην τρίτη ακόμη πιο ρηχά.

Άλλα εργαλεία είχαμε την τσάπα και το δικέλλι που σκάβαμε τα αμπέλια.

Για τις εργασίες μας είχαμε βόδια. Λίγοι είχαν αγελάδες. Άλλοι είχαν και τρία και τέσσερα βόδια. Μεταφορές κάμναμε με σαμαρωμένα γαϊδούρια. Άλογα ήταν πολύ λίγα ούτε είχαμε παλιά κάρα εδώ. Τα ζώα τα περιποιούμασταν πολύ. Νύχτα σηκωνόμασταν και τα ταίζαμε με ρόβι, γιαρμά και βρώμη. Τα ξυνάμε, τα βουρτσίζουμε για νά ’ναι καθαρά. Τα βγάζαμε και ονόματα από τις μέρες που γεννιούνταν ή από το χρώμα τους. Το γεννημένο την Παρασκευή το λέγαμε Πέτκο, το Σάββατο Σάββα, Σαρρή το κόκκινο, Μαρτίν το γεννημένο τον Μάρτιο, Αϊμάν αν είχε όμορφα κέρατα και χρώμα καστανό, Μπίκα αν ήταν μεγαλόσωμο. Όταν τα ζώα περνούσαν με το αλέτρι φορτωμένα από το δρόμο, ο κόσμος σηκώνονταν, γιατί το σέβονταν το αλέτρι πολύ.

Τα ζώα τα συνηθίζαμε στη δουλειά πάντα ένα νέο με ένα παλιό. Βάζαμε δεξιά το παλιό και αριστερά το νέο, το ατζαμίδικο. Πρώτα το βάζαν στα αλώνι και έπειτα στο όργωμα.

Την άνοιξη στη βοσκή τα δάγκωναν φίδια και φούσκωνε το πόδι. Τότε το σφίγγαμε πιο πάνω από το δάγκωμα μ’ ένα σχοινί και το τρυπούσαμε μ’ ένα μαχαιράκι κι έβγαινε αίμα και νερό. Ύστερα κάμναμε γιαούρτι με σκορδαλιά, δέναμε το πρησμένο μέρος και γιατρεύονταν. Όταν πρήζονταν το ζώο από τα φρέσκα χόρτα, το βάζαμε να τρέχει πολύ, για να χωνέψει. Όταν στο όργωμα έπιανε καμιά βροχούλα με Βαρδάρη, κρύωναν, έτρεμαν και το βράδυ τα τρίβαμε με ούζο και μέσα κοπανισμένες καφτερές πιπεριές, για να ανάψουν και τα σκεπάζαμε με κανένα τσόλι για δυο τρεις μέρες.

Όταν τα μάτιαζαν, τα σταυρώναμε. Ρίχναμε το καπέλο μας κάτω και το πιάναμε με το δείκτη και το μικρό δάκτυλο, το περνούσαμε από το κεφάλι μέχρι την ουρά και ύστερα από δεξιά πάνω από την ράχη προς τα αριστερά, για να γίνει ο σταυρός. Αυτό το κάμναμε τρεις φορές και έπειτα λέγαμε πάλι τρεις φορές: «Από μένα αιτία από το Θεό γιατριά» και γίνονταν καλά.

Στο σπίτι οι γυναίκες τα θυμιάτιζαν με λουλούδια του επιτάφιου ή με σταυρό από το χατζηλίκι. Τά ’χαμε και χάντρες για το μάτι.

 

5. Τρόπος Σποράς

Η σπορά άρχιζε από τον άγιο Δημήτριο και ύστερα ως τα Χριστούγεννα. Πάντοτε βάζαμε μπρος ημέρα Δευτέρα, ποτέ Τρίτη και με γεμάτο φεγγάρι. Αν ήταν φαγωμένο δεν τό ’χαμε σε καλό ν’ αρχίσουμε. Τη μέρα που άρχιζε η σπορά πρωί πρωί, νύχτα ακόμη τα ταίζαμε τα ζώα καλά και τα καπνίζαμε με θυμίαμα κρυφά όμως για να μη δει ξένο μάτι.

Πηγαίναμε στο χωράφι. Κει κόβαμε σποριές σποριές (λέα) το χωράφι με 8 βήματα φάρδος η κάθε μια. Στην κάθε μια ρίχναμε τέσσερις χεριές σπόρο πήγαινε έλα, πήγαινε έλα. Στα 10 βήματα πήγαιναν 5 χεριές, στα 12 βήματα σποριά 6 χεριές. Οι αυλακιές φροντίζαμε νά ’ναι ίσιες. Μόλις οργώναμε τη μια σποριά, αφήναμε να ξεκουρασθούν τα βόδια και να φάνε και μεις την σπέρναμε. Βάζαμε ένα μικρό τσουβάλι πάνω στον ώμο δεμένο από τα δυο άκρα και ανοιχτό το στόμα του με σπόρο και από εκεί παίρναμε το σπόρο χεριά, χεριά και τον σκορπούσαμε βαδίζοντας. Ρίχναμε βήμα και χεριά! Βάζαμε 18 έως 20 οκάδες στο στρέμμα. Αυτό εξαρτιόταν κι απ’ την εποχή. Αν ήταν πρώιμη η σπορά ρίχναμε λίγο αν ήταν όψιμη, πολύ. Κριθάρι ρίχναμε 16 οκάδες. Το βράδυ στο σπίτι τρώγαμε πίτα την πρώτη μέρα.

Το κριθάρι, τη βρώμη, το σιτάρι τα ρίχναμε σκορπιστά ενώ το καλαμπόκι, το ρόβι, τα φασόλια, τα ρεβύθια τα ρίχναμε στην αυλακιά πίσω απ’ το αλέτρι με φάρδος η μια σειρά από την άλλη 50 πόντους. Το σκληρό σιτάρι πρώιμα το σπέρναμε, ενώ το άσπρο όψιμα και το κριθάρι πιο όψιμο για να μη πέφτει την άνοιξη, όταν πιάνει καμμιά βροχή. Τα βοτανίζαμε από τον Μάρτη και Απρίλη, για να πιάσουν καλό καρπό.

 

6. Θερισμός και Αλωνισμός

Ο θερισμός γινόταν με δρεπάνια που τά ’φτιαχναν γύφτοι Τούρκοι. Την πρώτη μέρα οπωσδήποτε κάμναμε γαλατόπιτα. Πρωί πρωί στο χωράφι αραδειαζόμασταν τα άτομα και αρχινούσαμε το κόψιμο. Πρώτα πρώτα κόβαμε μερικά στάχυα (μπασάκια) και τα περνούσάμε πίσω στην ζώνη μας, για να μη μας πονάει η μέση, λέγαμε. Έπειτα πέφταμε με τα μούτρα στην δουλειά. Ο καθένας προσπαθούσε να φτιάξει πρώτος δεμάτι και να το στήσει μπροστά στο νοικοκύρη, για να πάρει δώρο. Έτσι συνεχίζαμε το θέρο (ζέτβα) με τους θεριστές (ζετβάρι). Όταν τελειώναμε κάμναμε τραπέζι με πίτα και χαλβά από νισιστέ (νισαντία άλβα), ευχόμασταν και του χρόνου περισσότερο και μοιράζαμε πίτα στην γειτονιά και στο σόι. Όταν στο χωράφι πλησιάζαμε στο τέλος, ρίχναμε ψηλά το δρεπάνι. Αν έπεφτε με την μύτη και καρφώνονταν λέγαμε πως θά ’μασταν γεροί και του χρόνου να θερίσουμε. Αφήναμε στο τέλος τέλος και λίγα στάχυα αθέριστα για νά ’χουμε και του χρόνου διπλά. Από τα στάχυα πλέκαμε ψάθες και γένια (μπράντα) και τα σκαλώναμε στο ντουβάρι.

Τα δεμάτια τα βάζαμε σε στοίβες, σταυρωτά, με δεκατρία δεμάτια η κάθε μια και τα στάχυα προς τα μέσα. Τρεις σειρές από τέσσερα και ένα από πάνω για να τα προφυλάσσει από τη βροχή. Τα δεμάτια τα κουβαλούσαμε με τα γαϊδούρια 3, 4 και 5 σε κάθε πλευρά του σαμαριού με τα μπασάκια προς τα κάτω. Στο φόρτωμα ένας τα φόρτωνε, στο ξεφόρτωμα όμως χρειάζονταν δυο, για να μη σπάνουν τα μπασάκια, ή με φούρκα (μασταγκάρκα). Τα πηγαίναμε στ’ αλώνι και τα κάμναμε θημωνιές για τη βροχή.

Το αλώνι ήταν στο χώμα. Με μια τσάπα κόβαμε τα χόρτα και το σκουπίζαμε καλά. Ρίχναμε νερό, για να σφίξει, και σκορπούσαμε πάνω ψιλό άχυρο.

Την άλλη μέρα το σκουπίζαμε κι ήταν εντάξει, πατιόνταν και γίνονταν σαν μπακίρι. Ήταν στρογγυλό. Το αλώνισμα το αρχινούσαμε Δευτέρα ή Τετάρτη, Τρίτη καμμιά φορά. Παίρναμε πρωί πρωί 100 δέματα, αν είχαμε μια δοκάνη, ή περισσότερα, όταν είχαμε δυο, και τα σκορπούσαμε πάνω στ’ αλώνι. Κι αρχίζαμε με τα βόδια που σέρναν την δοκάνη να γυρίζουμε γύρω γύρω. Μετά από λίγο τα αναποδογυρίζαμε με τα δεκράνια (βίλλα) που ’ταν ξύλινα. Ξανά τα πατούσαμε γυρίζοντας με την δοκάνη. Ύστερα, σαν ήταν πιο ψιλό το άχυρο, με τις ξύλινες πηρούνες (καρπαλόκια) τα γυρίζαμε και μετά με τα φτυάρια, ξύλινα κι αυτά (λουπάτι).

Μόλις έβγαινε αέρας, νοτιάς, στις τρεις με τέσσερις η ώρα αρχίζαμε το λίχνισμα. Όταν καθάριζε το σιτάρι, το περνούσαμε από μεγάλο κόσκινο (δρεμόνουτ). Το μαζεύαμε έπειτα στη μέση του αλωνιού και με την κούτλα που ’παιρνε 14 οκάδες το βάζαμε σε σακκιά υφαντά από κατσικίσια τρίχα. Η κούτλα ήταν από ξύλο με τενεκέ λεπτό γύρω γύρω και έπαιρνε 14 οκάδες. Οι τούρκοι εισπράκτορες έπαιρναν τα δέκατα (ικούρουτ).

Μετά το κουβαλούσαμε στο σπίτι και το βάζαμε σε αμπάρια, αφού χωρίζαμε τον σπόρο για την άλλη χρονιά. Το άχυρο με μεγάλα δίχτυα και με τα γα.δουράκια το φέρναμε στους αχυρώνες.

 

7. Άλεσις

Το σιτάρι το αλέθαμε στους νερόμυλους του Παλαιού και Νέου Μυλοτόπου και στην Αραβησσό (χωριά που έχουν άφθονα τρεχούμενα νερά). Αυτοί γυρνούσαν με το νερό που “πεφτε στις φτερωτές κάτω από τις πέτρες και γυρνούσαν αυτές. Έτσι γίνονταν το άλεσμα. Πληρώναμε στο μυλωνά στα 100 ένα (1). Ο μυλωνάς μας φίλευε κείνη τη μέρα κατσαμάκι ( από καλαμποκίσιο αλεύρι βραστό μαζί με πετμέζι).

Όταν πήγαινε στο μύλο κανείς για πρώτη φορά του ’λεγε ο μυλωνάς: Πρέπει να φιλήσεις εδώ που ’ρθες σ’αυτό το μέρος. Αυτό ήταν βαθύ με αλεύρι στο βάθος. Έσκυβε ο νιοφερμένος για να φιλήσει και ο μυλωνάς του ’σπρωχνε το κεφάλι από πίσω και το πρόσωπο χώνονταν στο αλεύρι και γινόταν κάτασπρο κι όλοι πού ’ταν εκεί γελούσαν.

(Αφήγησις: Αθανάσιος Ιωαννίδης)

 

**Ο Χρηστάκης Ιωαννίδης είναι Εκπαιδευτικός – Πρώην Πρόεδρος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος»
(Το κείμενο αποτελεί το δ’ μέρος της εργασίας, που εκπονήθηκε, όταν ο γράφων ήταν μετεκπαιδευόμενος διδάσκαλος «ἐν τῳ διδασκαλείῳ ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἀθήναις 1972». Δημοσιεύεται ως ιστορική και λαογραφική σκιαγράφηση μιας άλλης εποχής. Τηρήθηκε η ιστορική ορθογραφία.)

 

 

Κατηγορία: Λαογραφικά - Ήθη & Έθιμα

© 2007 - 2019 Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών "Ο Φίλιππος"
Διεύθυνση: Δημάρχου Στάμκου 1 58100 Γιαννιτσά, Τηλέφωνο: 2382083684, email: filippos@fileg.gr