Ἐπιγραφὲς ἀρχαίας Μακεδονίας του Μιλτιάδη Β. Χατζόπουλου

6 Σεπτεμβρίου, 2017


Άρθρο απο το περιοδικό της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος», τεύχος 91 Απρίλιος Μάιος Ιούνιος 2016

 

Ἐπιγραφὲς ἀρχαίας Μακεδονίας του Μιλτιάδη Β. Χατζόπουλου

 

Τοῦτον τὸν Ἰούνιο κλείνουν 37 χρόνια ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπιστημονικῆς ἐμπλοκῆς μου στὶς ἐπιγραφὲς τῆς Μακεδονίας καὶ 35 χρόνια ἀπὸ τὴν πρώτη μου κατὰ χώραν ἀποστολή. Ἡ ἐπέτειος τῆς τριακονταπενταετίας αὐτῆς μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία, ἀλλὰ καὶ κατὰ κάποιον τρόπο τὸ προνόμιο, νὰ παρουσιάσω συνοπτικὰ τὴν ἐπιγραφικὴ εἰκόνα τῆς Μακεδονίας ποὺ ἔχω ἀποκομίσει.

 

Ἡ σημασία τῶν ἐπιγραφῶν γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἀρχαίας Μακεδονίας

Α. Ἡ ἀξία τῶν ἐπιγραφῶν ἔγκειται 1) στὸ ὅτι εἶναι αὐθεντικὰ τεκμήρια ποὺ δὲν ἔχουν ἀλλοιωθεῖ ἀπὸ ἀλλεπάλλες ἀντιγραφές, 2) στὸ ὅτι κατὰ κανόνα εἶναι κείμενα χρηστικὰ γραμμένα χωρὶς φιλολογικὴ ἐπιτήδευση ἢ πολιτικὴ ὑστεροβουλία, 3) στὸ ὅτι ἅπτονται τομέων τοῦ ἀρχαίου βίου ποὺ συνήθως δὲν ἐμβαθύνουν οἱ ἀρχαῖοι ἱστορικοί, ὅπως ἡ ἱστορία τῶν θεσμῶν, ἡ κοινωνικὴ ὀργάνωση, ἡ οἰκονομία κλπ., 4) στὸ ὅτι δὲν ἀποτελοῦν κλειστὸ σύνολο, ὅπως ἡ ἀρχαία γραμματεία, ἀλλὰ ἀνανεώνονται διαρκῶς μὲ νέες ἀνακαλύψεις.

Β. Εἰδικὰ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μακεδονίας οἱ ἐπιγραφὲς εἶναι πηγὴ ἀναντικατάστατη, διότι ἡ ἱστορία, ὅπως ὅλα τὰ λογοτεχνικὰ εἴδη, καλλιεργήθηκε ὄψιμα στὴν Μακεδονία καὶ τὰ σχετικὰ λίγα ἔργα ποὺ τῆς ἀφιερώθηκαν ἔχουν χαθεῖ. Ἔτσι οἱ γνώσεις μας γι’ αὐτὴν εἶναι καὶ ἀποσπασματικὲς καὶ συχνὰ ἀνακριβεῖς, διότι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον γραμμένη ἀπὸ μὴ Μακεδόνες ποὺ ἐνδιαφέρονται μόνον περιστασιακὰ γιὰ τὴν χώρα, ποὺ ἀγνοοῦν τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ βασιλείου καὶ ποὺ διακατέχονται συχνὰ ἀπὸ ἀρνητικὴ προκατάληψη.

Γ. Τὰ κενὰ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὰ στὴν ἱστορικὴ γεωγραφία. Ἡ Ἑλλάδος Περιήγησις τοῦ Παυσανία δὲν προχωρεῖ βορειότερα ἀπὸ τὴν Φωκίδα. Ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τῆς Μακεδονίας στὸ Ζ΄ βιβλίο τοῦ Στράβωνος μόνον ἀποσπάσματα σώζονται. Ἐπὶ πλέον οἱ συνεχεῖς ἐπιδρομὲς καὶ ἐγκαταστάσεις ἀλλοδαπῶν φύλων ἔχουν σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀλλοιώσει τὴν μακεδονικὴ τοπωνυμία. Ἔτσι οὐσιαστικὰ μένομε μὲ μία ἑκατοντάδα ὀνομάτων ἀρχαίων μακεδονικῶν οἰκισμῶν καὶ ἕναν ἀνάλογο ἀριθμὸ ἀρχαιολογικῶν θέσεων ποὺ δυσκολευόμαστε νὰ ταυτίσομε. Χωρὶς τὶς ἐπιγραφὲς δὲν θὰ γνωρίζαμε οὔτε ὅτι ἡ ἀρχαία Κύρρος (Εικ. 1) εἶναι στὸ Παλαιόκαστρο τῆς Ἀραβησσοῦ (ΕΚΜ Β΄ 401, στ. 13: [τὴν (?)] ἐκ Κύρρου ἐπὶ Γυρβέαν ὁδὸν ἄγουσαν), οὔτε τὸ ὄνομα τῆς ἀρχαίας πόλεως (Εικ. 2) στοὺς Ἄνω Ἀποστόλους (SEG 39 [1989] 606, στ. 12: [δ]εδόχθαι τῆι Μορρυλίων πόλει), οὔτε ἐκεῖνο τῆς Νέας Καλλικράτειας (Δίκαια) (SEG 57 [2007] 576, στ. 33: Τὴν γῆν Δικαιοπολιτῶν), οὔτε τὸ ἀρχαῖο ὄνομα (Εικ. 3) τῆς λίμνης Κορώνειας (Πυρρωλία) (στ. 5-7: SEG 48 [1998] 783, ἀνάμεσον | Ἀσίκου καὶ τῆς Πυρρω|λίας λίμνης), οὔτε ποῦ ἦταν ἡ ἀρχαία Βέργη (Νέος Σκοπός) (στ. 1-2: Τάδε Τιμησικρά[τηι] | Βεργαίωι ἔδωσαν), οὔτε τὰ ἀρχαῖα Καλίνδοια (Καλαμωτό) (SEG 36 [1986] 626, στ. 5-7: [ἀφ’ ο]ὗ βασιλεὺς Ἀλέξαν|δρος ἔδωκε Μακεδόσι | Καλίνδοια). Δὲν θὰ γνωρίζαμε κἂν τὰ ὅρια τῆς ἀρχαίας Μακεδονίας, τὰ ὁποῖα δηλώνονται ἀπὸ τὶς ἐπιγραφὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸ μακεδονικὸ μηνολόγιο.

Δ. Οἱ φιλολογικὲς πηγὲς δὲν σώζουν κανένα κείμενο στὴν μακεδονική, οἱ δὲ πληροφορίες τους γιὰ τὴν λαλιὰ τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων εἶναι συγκεχυμένες καὶ ἀντιφατικές. Μία πρώτη ἔνδειξη ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἑλληνικὴ διάλεκτο δυτικοῦ (δωρικοῦ) κατὰ βάσιν τύπου μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὴν συλλογὴ τῶν ἀνθρωπωνυμίων στὶς μακεδονικὲς ἐπιγραφές. Αὐτὴ ἐνισχύθηκε ἀπὸ τὰ «παροράματα» ποὺ ἐπισημάνθηκαν στὶς ἐπιγραφὲς καὶ ὅπου κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀττικὴ κοινὴ ἀναδυόταν ἡ μακεδονικὴ διάλεκτος (χειριστᾶ, κόρα) (στ. 3-4: τῆς θυ/γατρὸς κόρας μνήμην) καὶ τέλος μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῶν πρώτων διαλεκτικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαίωσαν τὰ συμπεράσματα ποὺ εἴχαμε συναγάγει ἀπὸ τὰ μέχρι πρό τινος γνωστὰ ἀποσπασματικὰ τεκμήρια.

Ε΄. Ἡ ταυτότητα τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων δὲν τεκμαίρεται μόνον ἀπὸ τὴν γλῶσσα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν θρησκεία καὶ τοὺς πολιτικοὺς καὶ κοινωνικοὺς θεσμούς. Στοὺς τομεῖς αὐτοὺς ἡ συμβολὴ τῶν ἐπιγραφῶν ὑπῆρξε καθοριστική. Ἀναθήματα βασιλέων καὶ ἁπλῶν πολιτῶν ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ Μακεδόνες ἐλάτρευαν (Εικ.4) τοὺς ἴδιους θεοὺςμὲ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνες, ἐνῷ τὰ χαράγματα σὲ χρυσὰ ἐλάσματα (Εικ. 5) δὲν ἀφήνουν ἀμφιβολία ὅτι μοιράζονταν μαζί τους τὶς ἴδιες δοξασίες γιὰ τὴν μετὰ θάνατον ζωή. Βασιλικὰ διαγράμματα καὶ δωρεὲς καὶ ψηφίσματα καὶ νόμοι τῶν πόλεων μᾶς ἀπεκάλυψαν μία ἄγνωστη μέχρι πρόσφατα Μακεδονία, πρωτότυπο πρόπλασμα σύγχρονου κράτους, ποὺ συνεδύαζε ἰσχυρὴ κεντρικὴ ἐξουσία μὲ εὐρεῖα τοπικὴ αὐτονομία. Τὰ ἤθεα ὁμότροπα τῶν Μακεδόνων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ποὺ μᾶς γνωρίζουν οἱ ἐπιγραφὲς τῆς Μακεδονίας δὲν περιορίζονται στοὺς πολιτικοὺς θεσμοὺς ὑπὸ τὴν στενὴ ἔννοια τοῦ ὅρου ἀλλὰ ἐπεκτείνονται στὴν ἐν γένει ὀργάνωση τῆς κοινωνίας. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ κατὰ ἡλικίες κατάταξη ἀρρένων καὶ θηλέων καὶ ὁ τελετουργικὸς χαρακτήρας τῆς μεταβάσεως ἀπὸ τὴν μία ἡλικία στὴν ἄλλην μὲ τὴν συμμετοχὴ σὲ ἀγῶνες δρόμου.

Στ΄. Ἀλλὰ καὶ ἄγνωστες πτυχὲς τῆς πολιτικῆς ἱστορίας ποὺ ἀνατρέπουν τὴν μέχρι σήμερα εἰκόνα γιὰ κοσμοϊστορικὰ γεγονότα μπορεῖ νὰ ἀποκαλύψει μία ἐπιγραφή, ὅπως ἡ ἐπιστολὴ τῶν πρεσβευτῶν τῶν Φιλίππων ἀπὸ τὴν Περσέπολη, ὅπου ἐκτίθενται οἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀλεξάνδρου σχετικὰ μὲ τὰ αἰτήματα τῆς πόλεως καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία προκύπτει ὅτι κατὰ τὸ πρῶτο ἑξάμηνο τοῦ 330 π.Χ. ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος μετὰ τὴν πυρπόληση τῆς Περσεπόλεως εἶχε ἀποφασίσει νὰ θέσει τέρμα στὴν ἐκστρατεία καὶ ἂν ὄχι νὰ ἐπιστρέψει ὁ ἴδιος στὴν Μακεδονία νὰ ἀποστείλει ἐκεῖ τοὺς στενότερους συνεργάτες του Φιλώτα καὶ Λεοννάτο (SEG 34 [1984] 664).

 

Ἡ γεωγραφικὴ ἔννοια «Μακεδονία»

Σωστὴ ἐπιγραφικὴ μελέτη δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἂν δὲν ἔχει προηγηθεῖ σωστὴ γεωγραφικὴ μελέτη. Θεωροῦμε ὡς αὐτονόητη τὴν ἀνάγκη χρονολογήσεως τῶν ἐπιγραφῶν, ἀλλὰ ἐξ ἴσου αὐτονόητη πρέπει νὰ λογίζεται ἡ ὑποχρέωση «τοπολογήσεώς» τους, ἂν μοῦ ἐπιτραπεῖ ο νεολογισμός. Οἱ ἀρχαῖες ἐπιγραφὲς δὲν εἶναι ποτὲ ἀδέσποτες. Ὅλες ἀνήκουν σὲ κάποιον πολιτικὸ ὀργανισμό. Τὸ σύνθημα «NO BORDERS» δὲν ἔχει ἐδῶ ἐφαρμογή.

Πρῶτο ζητούμενο εἶναι τί ἐννοοῦμε μὲ τὸν ὅρο Μακεδονία. Ἡ Μακεδονία δὲν εἶναι γεωφυσικὴ ἑνότητα. Εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἱστορικῆς διαδικασίας: τῆς ἱδρύσεως καὶ ἐξαπλώσεως τοῦ βασιλείου τῶν Ἀργεαδῶν Μακεδόνων. Λίκνο του ἦταν ἡ κεντρικὴ Μακεδονικὴ πεδιάδα στὴν διασταύρωση δύο ἐπικοινωνιακῶν ἀξόνων, ἐκείνου ποὺ μὲ κατεύθυνση Ἀνατολῆς-Δύσεως ἑνώνει τὸν Βόσπορο καὶ τὸν Ἑλλήσποντο μὲ τὴν Ἀδριατικὴ καὶ ἐκείνου ποὺ μὲ κατεύθυνση Βορρᾶ-Νότου συνδέει τὸν Δούναβη μὲ τὸ Αἰγαῖο. Οἱ Ἀργεάδες Μακεδόνες, πληθυσμιακὴ ὁμάδα ὀρεσίνομων σκηνιτῶν ποιμένων καταγόμενων ἀπὸ τὰ ὑψίπεδα τῶν ἀνατολικῶν κλιτύων τῆς Πίνδου, κατῆλθαν τὸν Ζ΄ π.Χ. αἰῶνα στὴν Κεντρικὴ Πεδιάδα, κατέλαβαν ἀρχικὰ τὴν παραποτάμια περιοχὴ τοῦ Ἁλιάκμονος καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐξαπλώθηκαν στὶς ὑπώρειες τῶν Πιερίων, τοῦ Βερμίου καὶ τοῦ Βαρνοῦντος. Οἱ Τημενίδες βασιλεῖς τους ἀσκοῦσαν περιοδικὴ ἐπικυριαρχία ἐπὶ τῶν ἡγεμονιῶν τῶν Ἐλιμειωτῶν, Ὀρεστῶν καὶ Λυγκηστῶν Μακεδόνων τῆς Ἄνω Μακεδονίας. Ἐν τούτοις ἡ ἐκπληκτικὴ ἐπέκτασή τους ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Ε΄ αἰ. π.Χ. δὲν κατευθύνθηκε κυρίως οὔτε πρὸς Δυσμὰς οὔτε πρὸς Νότον οὔτε πρὸς Βορρᾶν, ἀλλὰ πρὸς Ἀνατολάς, πρὸς τὶς πλούσιες σὲ μέταλλα καὶ ξυλεία περιοχὲς τῆς τότε Θράκης. Κατὰ τὴν πρὸς Ἀνατολὰς πορεία τους οἱ Ἀργεάδες Μακεδόνες ὑπέταξαν, προσήρτησαν καὶ ἐνσωμάτωσαν στὴν Μακεδονία ἰθαγενεῖς ἡγεμονίες, ὅπως αὐτὲς τῶν Κρηστώνων, Ἠδώνων καὶ Ὀδομάντων, τὸ Κοινὸν τῶν Χαλκιδέων, νοτιοελληνικὲς ἀποικίες ἀπὸ τὴν Μεθώνη στὴν Πιερία μέχρι τὴν Ἀμφίπολι στὶς ἐκβολὲς τοῦ Στρυμόνος, καθὼς καὶ μεικτὲς ἑλληνο-βαρβαρικὲς ἐγκαταστάσεις, ὅπως τὴν Πέλλα, τὴν Χαλάστρα καὶ τὴν Θέρμη.

Ἡ καθαυτὸ Μακεδονία, ἡ «χώρα ἡ Μακεδόνων», ἀπέκτησε τὸ ὁριστικὸ περίγραμμά της, ποὺ διατηρήθηκε μέχρι τὴν ρωμαϊκὴ κατάκτηση, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα, καθὼς καὶ τὴν ἐσωτερικὴ συγκρότησή της σὲ πόλεις καὶ διοικητικὲς περιοχές (μερίδες) ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Φιλίππου Β΄. Ἔκτοτε ὁριακὲς μόνον προσαρτήσεις ἔγιναν. Ἐδῶ ὡς Μακεδονία θὰ νοεῖται ἡ περιοχὴ ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς ὑπώρειες τῆς Πίνδου ἕως τὴν λεκάνη τῶν Φιλίππων καὶ ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο μέχρι τὸν Βαρνοῦντα.

 

Ἀνακάλυψη, συλλογή, δημοσίευση

Πολὺ πρὶν ἐπαγγελματίες ἀρχαιολόγοι, ἱστορικοί, ἢ φιλόλογοι ἀρχίσουν νὰ συλλέγουν καὶ νὰ ἐκδίδουν ἀρχαῖες ἐπιγραφὲς τῆς Μακεδονίας, πάσης κατηγορίας περιηγητές-διπλωμάτες, ἱεραπόστολοι, ἰατροί, προσκυνητές, κατάσκοποι μὲ κλίση γιὰ τὶς ἀρχαιότητες-ἀντέγραφαν καὶ ἐνίοτε ἀγόραζαν ἢ καὶ ἔκλεβαν «πέτρες μὲ γράμματα» ποὺ ἀπαντοῦσαν στὸ διάβα τους. Ἡ Μακεδονία ὑπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγὸ ἦταν χώρα ἀφιλόξενη καὶ ἐπικίνδυνη, γεμάτη ληστὲς καὶ ἐξ ἴσου ἐπίφοβους Ὀθωμανοὺς ἀξιωματούχους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν οἱ περισσότεροι ταξιδιῶτες δὲν ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τὸν ἄξονα τῆς ἄλλοτε βασιλικῆς ὁδοῦ, τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ τῶν Ρωμαίων, καὶ ἰδίως τοῦ τμήματος μεταξὺ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Θεσσαλονίκης. Στὸ γεγονὸς αὐτὸ ὀφείλεται ὅτι οἱ περισσότερες μνεῖες μακεδονικῶν ἐπιγραφῶν πρὶν ἀπὸ τὸν ΙΘ΄ αἰῶνα ἀφοροῦν ἐνεπίγραφους λίθους ἀπὸ τοὺς Φιλίππους, τὴν Καβάλα καὶ ἰδίως τὴν ἴδια τὴν Θεσσαλονίκη μὲ τοὺς πολυάριθμους Εὐρωπαίους προξενικοὺς ὑπάλλήλους καὶ ἐμπόρους. Ἡ πρώτη συστηματικὴ ἐπιγραφικὴ συλλογὴ ἀπὸ τὴν Μακεδονία ἦταν ἔργο τοῦ Jean-Baptiste Germain, Γάλλου προξενικοῦ ὑπαλλήλου ποὺ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1745 καὶ 1748 ἀντέγραψε ὅλες τὶς ἐπιγραφὲς ποὺ τοῦ ἦσαν προσιτὲς στὴν Θεσσαλονίκη. Αὐτὲς κατόπιν ἐνσωματώθηκαν στὸ βιβλίο τοῦ A. Balley, Observations sur l’histoire et les 121 monuments de la ville de Thessalonique, ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 1777.

Ἡ ταραχώδης περίοδος τῶν Ναπολεοντίων πολέμων προκάλεσε ἀξιόλογη αὔξηση τοῦ ζήλου διπλωματῶν καὶ κατασκόπων, ποὺ τόλμησαν τότε νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς πεπατημένες ὁδοὺς καὶ νὰ κτενίζουν τὴν Μακεδονία ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἔτσι ὀφείλομε στὸν Esprit-Marie Cousinéry, Γάλλο πρόξενο στὴν Θεσσαλονίκη κατὰ τὰ τέλη τοῦ ΙΗ΄ καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος, καὶ στὸν Βρεττανὸ συνταγματάρχη William Martin Leake δύο συλλογὲς μακεδονικῶν ἐπιγραφῶν, ἐκείνη δὲ τοῦ δεύτερου ἰδιαίτερα ἀξιοπαρατήρητη γιὰ τὸν πλοῦτο τοῦ συλλεγέντος ὑλικοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῶν ἀπογράφων του.

Ἡ ἵδρυση τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν τὸ 1846 σημαδεύει τὸ τέλος τῆς ἐποχῆς τῶν ἐρασιτεχνῶν φιλαρχαίων καὶ τὴν ἐμφάνιση τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐπιγραφολόγων τῆς Μακεδονίας. Δύο νεαρὰ μέλη τῆς Σχολῆς οἱAlfred Delacoulonche καὶ Léon Heuzey συνέγραψαν ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαιολογικῆς λογοτεχνίας καὶ παρήγαγαν συγγράμματα γιὰ τὶς ἀρχαιότητες τῆς Μακεδονίας, ἰδίως δὲ τὶς ἐπιγραφές, ποὺ ἔμειναν ἀναντικατάστατα ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διάδοση τῆς μορφώσεως καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸ ἐθνικὸ παρελθὸν στὶς περιοχὲς εἰσέτι ὑπὸ ὀθωμανικὴ κυριαρχία εὐνόησε τὴν ἵδρυση φιλολογικῶν συλλόγων τὰ μέλη τῶν ὁποίων ἐπιδόθηκαν στὴν συλλογὴ καὶ μελέτη τῶν τοπικῶν ἀρχαιοτήτων. Οἱ καρποὶ τῶν ἐρευνῶν τους δημοσιεύθηκαν εἴτε σὲ τοπικὰ ἔντυπα εἴτε σὲ μεγαλύτερης ἐμβέλειας ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Σμύρνης. Ἕνας τέτοιος τοπικὸς λόγιος ἀπὸ τὴν Ἀχρίδα, τὴν ἀρχαία Λυχνιδό, ὁ Μαργαρίτης Δήμιτσας, δημοσίευσε τὸ φιλοδοξότερο σύγγραμμα, τὴν πλήρη συλλογὴ τῶν ἐπιγραφῶν τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία, παρὰ τὰ σοβαρά της ἐλαττώματα, ἕνα καὶ πλέον αἰῶνα ἀργότερα δὲν ἔχει ἀκόμη πλήρως ἀντικατασταθεῖ.

Οι ἐπιγραφὲς τῆς Μακεδονίας, ὅπως ἄλλωστε καὶ τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἀποτελοῦσαν μέρος ἑνὸς ἄλλου φιλόδοξου σχεδίου, ἐκείνου τῶν Inscriptiones Graecae ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Βασιλικῆς Πρωσσικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βερολίνου. Ἡ γαλλικὴ ὑπεροχὴ στὴν ἐξερεύνηση καὶ τὴν μελέτη τῆς Μακεδονίας ἦταν τέτοια ὥστε ἡ ἔκδοση τῶν ἐπιγραφῶν της ἀνετέθη ἀρχικὰ στὸν Γάλλο ἀρχαιολόγο Paul Perdrizet. Τὸ σχέδιο αὐτὸ ἔπεσε θῦμα τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἡ Γερμανία καὶ ἡ Πρωσσικὴ Ἀκαδημία ἦσαν πολὺ κατεστραμμένες οἰκονομικὰ καὶ τὸ ἐξειδικευμένο ἐπιστημονικὸ προσωπικό τους πολὺ ἀποδεκατισμένο ἀπὸ τὴν ἑκατόμβη τοῦ Μεγάλου Πολέμου γιὰ νὰ ἀναλάβουν μὲ τὶς δικές τους μόνον δυνάμεις τὴν ἔκδοση τοῦ μακεδονικοῦ ἐπιγραφικοῦ συντάγματος. Ἔτσι τὸ 1936 ἡ Ἀκαδημία ἀποδέχθηκε μὲ ἀνακούφιση τὴν πρόταση ἑνὸς νεαροῦ Ἀμερικανοῦ μελετητοῦ νὰ ἀναλάβει ἐκεῖνος τὸ ἐπιστημονικὸ καὶ οἰκονομικὸ βάρος τοῦ σχεδίου.

Ὁ Charles Edson (Εικ. 6) περιηγήθηκε τὴν Μακεδονία ἀντιγράφοντας, φωτογραφώντας καὶ λαμβάνοντας ἔκτυπα μακεδονικῶν ἐπιγραφῶν ἐπὶ τρία χρόνια (1936-1938), προτοῦ ἡ ἔκρηξη τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διακόψει τὶς δραστηριότητές του. Οἱ περιπέτειες τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ καὶ ἡ δυσπραγία τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βερολίνου ὑπὸ τὸ νέο κομμουνιστικὸ καθεστὼς τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ δημοσιεύσει τελικὰ τὸ 1972 μέρος μόνον τοῦ ὑλικοῦ ποὺ εἶχε συλλέξει σ’ ἕνα τεῦχος ἀφιερωμένο ἀποκλειστικὰ στὶς ἐπιγραφὲς τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ βοηθὸς καὶ φίλος του Σκῶτος J. M. R. Cormack ἐπέστρεψε στὴν Μακεδονία μετὰ τὸν πόλεμο, ἀλλὰ πέθανε χωρὶς νὰ ὁλοκληρώσει τὸ σχέδιό του γιὰ τὴν δημοσίευση τῶν ἐπιγραφῶν τῆς λεγόμενης Τρίτης Μερίδος, δηλαδὴ τῆς περιοχῆς μεταξὺ Βερμίου καὶ Ἀξιοῦ (ἀρχαία Βοττία καὶ Πιερία).

Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Μακεδονία εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατὸ κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους (1912-1913) καὶ ἡ ἑλληνικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία εἶχε ἐπεκτείνει τὶς δραστηριότητές της στὴν νέα ἐπαρχία. Οἱ ἐπιγραφές της ἐκίνησαν ἀμέσως τὸ ἐνδιαφέροντῶν μελῶν της καὶ ἕνα πρῶτο τεῦχος ὑπὸ τὸν τίτλο Ἐπιγραφαὶ τῆς Μακεδονίας δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸ Γ. Οἰκονόμο δύο χρόνια ἀργότερα. Ἡ πρωτοβουλία αὐτὴ ἔμεινε χωρὶς συνέχεια ἐπὶ ἑπτὰ δεκαετίες, διότι ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφή, ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ ὁ ἐπακόλουθος Ἐμφύλιος Πόλεμος ἀφῆκαν τὴν Ἑλλάδα, ἰδιαίτερα δὲ τὴν Μακεδονία, σὲ ἐρείπια. Μόλις τὸ 1981 τὸ σχέδιο ἀνασύρθηκε ἀπὸ τὴν λήθη ἀπὸ τὸ Κέντρο Ἑλληνικῆς καὶ Ρωμαϊκῆς Ἀρχαιότητος τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ἐρευνῶν καὶ τὸ 1985 δημοσιεύθηκε ὁ πρῶτος τόμος τῆς νέας σειρᾶς μὲ τὶς 221 ἐπιγραφὲς τῆς Τετάρτης Μερίδος, δηλαδὴ τῶν ἀρχαίων περιοχῶν Ἐλιμείας, Ἐορδαίας, Ὀρεστίδος καὶ Λύγκου μεταξὺ τῆς Πίνδου καὶ τοῦ Βερμίου (ΕΑΜ: Ἐπιγραφὲς Ἄνω Μακεδονίας). Ἀκολούθησαν τὸ 1998 καὶ τὸ 2000 οἱ τόμοι μὲ τὶς 512 ἐπιγραφὲς τῆς Βέροιας (ΕΚΜ Α΄: Ἐπιγραφὲς Κάτω Μακεδονίας, τ. Α΄) καὶ τὶς 194 τοῦ ἱεροῦ τῆς Λευκόπετρας (Ph. Petsas κ.ἄ., Inscriptions du sanctuaire de la Mère des Dieux autochtone de Leukopétra) καὶ τώρα τὰ δύο τεύχη μὲ τὶς 633 ἐπιγραφὲς τῆς ὑπόλοιπης Βοττίας (ΕΚΜ Β΄: Ἐπιγραφὲς Κάτω Μακεδονίας, τ. Β΄), ἐκδόσεις στὶς ὁποῖες μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναζητήσει τὴν βιβλιογραφία γιὰ τὴν ἐπιγραφικὴ ἔρευνα στὴν Μακεδονία.

Ἡ ἐπανένωση τῆς Γερμανίας ἔδωσε νέα πνοὴ στὴν Ἀκαδημία τοῦ Βερολίνου-Βρανδεμβούργου καὶ κατέστησε δυνατή, σὲ συνεργασία μὲ τὴν Φανούλα Παπάζογλου, μέλος τῆς Σερβικῆς Ἀκαδημίας, τὴν δημοσίευση τεύχους μὲ τὶς 411 ἐπιγραφὲς τοῦ νοτιοδυτικοῦ τμήματος τῆς Πρώην Γιουγκοσλαβικῆς Δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας. Ἡ τύχη τῶν λοιπῶν ἐπιγραφῶν ἀπὸ τὸ νοτιοανατολικὸ τμῆμα τῆς χώρας παραμένει ἄδηλη. Οἱ ἐπιγραφὲς τοῦ μικροῦ τμήματος τῆς ἀρχαίας Μακεδονίας ἐντὸς τῶν βουλγαρικῶν συνόρων ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸν τέταρτο τόμο τοῦ ἐξαιρετικοῦ συντάγματος τοῦ Γ. Μιχάηλωφ.

 

Τὰ πρώιμα κείμενα (Η΄-Ε΄ αἰ. π.Χ.)

Τὸ ἀρχαιότερο κείμενο ποὺ ἦλθε στὸ φῶς στὴν Μακεδονία εἶναι πιθανῶς μία συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ χαραγμένη στὸ χεῖλος μεγάλου πίθου (Εικ. 7) ποὺ ἀνακαλύφθηκε στὴν Αἰανή. Κατὰ τὰ ἄλλα τὰ ἀρχαιότερα κείμενα τῆς Μακεδονίας προέρχονται ἀπὸ τὶς νοτιοελληνικὲς ἀποικίες τῆς περιοχῆς. Τὰ πρόσφατα ἐπιγραφικὰ εὑρήματα ἀπὸ τὴν Μεθώνη, ἀποικία τῶν Ἐρετριέων, ἀνάγουν τὴν χρήση τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου στὴν Ἀρχαϊκὴ Περίοδο, τέλη Η΄-ἀρχὲς Ζ΄ αἰ. π.Χ. Τὰ κείμενα ποὺ εἶναι χαραγμένα στὰ κεραμεικὰ σκεύη τῆς Μεθώνης δὲν εἶναι ἀξιοπαρατήρητα μόνον γιὰ τὴν ἀρχαιότητά τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ποικιλία τους, ἀφοῦ περιλαμβάνουν δηλώσεις καὶ σύμβολα ἰδιοκτησίας, «φθεγγόμενα ἀντικείμενα» καὶ μία ἔμμετρη ἀρὰ κατὰ τυχὸν λωποδύτη (SEG 62 (2012) 424). Ἐν τούτοις ὁ κύριος τόπος προελεύσεως ἀρχαϊκῶν καὶ πρώιμων κλασσικῶν κειμένων εἶναι ἡ Χαλκιδικὴ χερσόνησος μὲ τὶς πολυάριθμες ἀποικίες ἀπὸ τὴν Εὔβοια καὶ τὶς Κυκλάδες. Οἱ περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπιγραφὲς εἶναι χαραγμένες ἢ «γραπτὲς» μὲ χρωστῆρα ἐπάνω σὲ κεραμεικὰ σκεύη ἢ σπανιώτερα σὲ μεταλλικὰ ἀντικείμενα (κράνη, δοχεῖα καὶ στλεγγίδες). Λίγες εἶναι οἱ ἐπιτύμβιες ἐπιγραφὲς ἐπὶ λίθου, ἀκόμη δὲ λιγώτερες οἱ ἀναθηματικὲς καὶ μοναδικὸ ἕνα ἐπίσημο κείμενο, ποὺ ἄλλωστε δὲν συντάχθηκε ἐπὶ τόπου ἀλλὰ στὴν Ἀθήνα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ εὐβοϊκὸ ἀλφάβητο, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ διαδεμένο, τὸ ἀλφάβητο τῆς Ἄνδρου ἀπαντᾶ στὴν Ἄκανθο, τὰ Στάγειρα, τὴν Σάνη, καθὼς καὶ τὴν Ἄργιλο, ἐνῷ τὸ κορινθιακὸ ἐπιχωριάζει στὴν Ποτείδαια, ἀποικία τῆς Κορίνθου καὶ στὴν περιοχή της. Ἀνατολικώτερα τὸ ἀλφάβητο τῆς Πάρου διαδόθηκε ἀπὸ τὴν Θάσο στὴν ἀπέναντι ἤπειρο καὶ κατὰ μῆκος τῆς κοιλάδος τοῦ Στρυμόνος.

Ἡ μελέτη τῆς καταστάσεως στὴν καθαυτὸ Μακεδονία παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον. Ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ περιοχὴ μεταξὺ τῆς Πίνδου καὶ τοῦ Ἀξιοῦ, ποὺ κατοικεῖτο ἀπὸ Μακεδόνες ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἀρχαϊκῆς Περιόδου, περιλαμβάνει πλείονες ὑποπεριοχὲς τὸ ἀλφάβητο καὶ τὸ «ἐπιγραφικὸ ἔθος» τῶν ὁποίων ἀντικατοπτρίζει τὴν ἐπιρροὴ τῶν ἄμεσων γειτόνων τους. Στὰ δυτικὰ διαμερίσματα τῆς Ἐλίμειας καὶ τῆς Ἐορδαίας (Εικ. 8) χρησιμο- ποιεῖται ἕνα ἐπιχώριο «ἐρυθρὸ» ἀλφάβητο παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῆς Θεσσαλίας καὶ ἡ γραφὴ φαίνεται ἀρκετὰ διαδεδομένη, ἀφοῦ ἐπιγραφὲς μαρτυροῦνται σὲ ποικίλα ἀντικείμενα ὡς δήλωση ἰδιοκτησίας, σ’ ἐπιτύμβια μνημεῖα καὶ σ’ ἐμπορικὰ ἔγγραφα. Ἐν τούτοις δυτικώτερα, στὴν Ὀρεστίδα ἕνα «κυανοῦν» ἀλφάβητο φαίνεται νὰ εἶναι ἐν χρήσει κατὰ τὸν Ε΄ αἰῶνα λόγῳ τῆς κορινθιακῆς παρουσίας στὶς κορινθιακὲς ἀποικίες τῶν ἀκτῶν τοῦ Ἰονίου πελάγους καὶ τῶν νήσων. Στὴν Πιερία τὸ «ἐπιγραφικὸ ἔθος» διαδόθηκε προφανῶς ἀπὸ τὴν Μεθώνη στὸν μακεδονικὸ λιμένα τῆς Πύδνας, ὅπου ἀπὸ τὸν Ε΄ αἰ. π.Χ. ὄχι μόνον πολυτελεῖς ἀνάγλυφες στῆλες, ἀλλὰ καὶ ταπεινὰ ἡμίεργα ἐπιτύμβια μνημεῖα φέρουν ὀνόματα τῶν νεκρῶν, ἐνῷ στὴν θρησκευτικὴ πρωτεύουσα τοῦ Δίου, ἐκτὸς ἀπὸ δύο ἐνεπίγραφες ἐπιτύμβιες στῆλες τοῦ Ε΄ αἰ. π.Χ. ἀνακαλύφθηκε καὶ ἀναθηματικὴ στήλη τῆς ἴδιας ἐποχῆς στὸν Ἑρμᾶ καὶ τὴν Πραξιδίκα (SEG 61(2011) 490), θεότητες τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα διατηροῦν τὴν διαλεκτικὴ μορφή τους. Ὅλα τὰ κείμενα ἀπὸ τὴν Πύδνα καὶ τὸ Δῖον εἶναι γραμμένα στὸ ἀνατολικὸ ἰωνικὸ ἀλφάβητο, ποὺ ἐπεκράτησε στὴν περιοχὴ ἀπὸ τὸν Ε΄ αἰ. π.Χ. καὶ ἑξῆς.

Εἶναι ἀναμενόμενο ὅτι οἱ Αἰγεές, ἡ πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου θὰ παρουσίαζε τὸ παλαιότερο (τοῦ Στ΄ αἰ. π.Χ.) ἐπιγραφικὸ κείμενο στὸ ἐπιχώριο «ἐρυθρὸ» ἀλφάβητο, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τὸ παλαιότερο ἐπίσημο κείμενο (Εικ. 9), μία συνθήκη ἴσως μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Μακεδόνων τῶν ἀρχῶν τοῦ Δ΄ αἰ. π.Χ., καθὼς καὶ τὸ παλαιότερο ἐπιτύμβιο μνημεῖο μὲ ἔμμετρο κείμενο τοῦ βασιλείου τῶν Τημενιδῶν, τοῦ τέλους τοῦ Ε΄ αἰ. π.Χ., τὸ ὁποῖο ἀναδεικνύει τὴν ὑψηλὴ ἐπιτήδευση τῆς μακεδονικῆς τέχνης τοῦ λόγου στὴν αὐλὴ τοῦ βασιλέως Ἀρχελάου. Ἡ Πέλλα ἐξ ἄλλου, κοσμοπολιτικὸ ἐμπόριον στὴν ἀνατολικὴ ἐσχατιὰ τοῦ βασιλείου μέχρι τὸ τέλος τῆς Ἀρχαϊκῆς Περιόδου, ἦταν βαθύτατα ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὴν Ἰωνία καὶ τὴν Ἀθήνα. Ἡ παλαιότερη ἐπιγραφή της σὲ ἐπιτύμβιο μνημεῖο τοῦ πρώτου τετάρτου τοῦ Ε΄ αἰ. π.Χ., δὲν εἶναι μόνον γραμμένη σὲ ἀνατολικὸ ἰωνικὸ ἀλφάβητο, ἀλλὰ ἐπίσης σὲ ἰωνικὴ διάλεκτο. Τὸ ἀνατολικὸ ἰωνικὸ ἀλφάβητο ποὺ υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Α΄ στὰ νομίσματά του κατέστη τὸ ἐπίσημο ἀλφάβητο τοῦ μακεδονικοῦ βασιλείου. Πρὶν ἀπὸ τέλος τοῦ Ε΄ αἰ. π.Χ. τὸ ἀλφάβητο αὐτὸ εἶχε ἀντικαταστήσει ὅλα τὰ ἄλλα ἀλφάβητα σ’ὅλον τὸν μακεδονικὸ χῶρο ἀπὸ τὴν Πίνδο μέχρι τὴν λεκάνη τῶν Φιλίππων.

 

Ἡ μακεδονικὴ ἡγεμονία (Δ΄-Β΄ αἰ. π.Χ.)

Παρὰ τὶς ταραχώδεις πρῶτες δεκαετίες τοῦ Δ΄ αἰ. π.Χ. τὸ βασίλειο τῆς Μακεδονίας, τὸ κοινὸ τῶν Χαλκιδέων καὶ ἥσσονα κρατικὰ μορφώματα εἰς τὰ ἐπὶ Θράκης ἑδραίωσαν τοὺς πολιτικοὺς θεσμούς τους καὶ διεύρυναν τὴν χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου τόσο στὸν δημόσιο ὅσο καὶ στὸν ἰδιωτικὸ τομέα. Ἀπὸ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ αἰῶνος χρονολογοῦνται τὰ πρῶτα ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς περιοχῆς: ἡ συνθήκη μεταξὺ Μακεδόνων καὶ Ἀθηναίων (;) ἀπὸ τὶς Αἰγεές, ποὺ ἀναφέρθηκε ἤδη, ἡ συνθήκη (Εικ. 10) μεταξὺ Ἀμύντα Γ΄ καὶ Χαλκιδέων ἀπὸ τὴν Ὄλυνθο, πέντε ψηφίσματα καὶ ὁ ὅρκος τῶν Δικαιοπολιτῶν ἀπὸ τὴν Δίκαια, τὸ ψήφισμα τῶν Ποτιδεατῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Ξενοκράτους τοῦ Ἀμύντα, τὸ ψήφισμα (Εικ. 11) καταδίκης τοῦ Φίλωνος καὶ τοῦ Στρατοκλέους ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολι, ἡ συνθήκη μεταξὺ Χαλκιδέων καὶ τοῦ Ἰλλυριοῦ βασιλέως Γράβου, ἡ συνθήκη μεταξὺ Φιλίππου Β΄ καὶ Χαλκιδέων, ἡ ὁροθεσία τοῦ Φιλίππου Β΄ μεταξὺ πολισμάτων τῆς Μυγδονίας. Τὸ κείμενο αὐτό, ποὺ εἶναι τὸ ἀρχαιότερο τῆς μακεδονικῆς ἀρχιγραμματείας, εἶναι συντεταγμένο στὴν ἀττικὴ κοινή, τὴν ὁποίαν ὁ μεταρρυθμιστὴς βασιλεὺς εἶχε υἱοθετήσει ὡς τὸ ἐπίσημο ἰδίωμα ἀντὶ τῆς τοπικῆς μακεδονικῆς διαλέκτου, τὸ μακρότερο δεῖγμα τῆς ὁποίας, ἕνας ἄκρως ἐνδιαφέρων κατάδεσμος χαραγμένος σὲ μολύβδινη πινακίδα ἀπὸ τὴν Πέλλα, χρονολογεῖται ἐπίσης τὴν ἴδια περίπου περίοδο.

Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ πρώτου ἡμίσεος τοῦ Δ΄ αἰ. π.Χ. καὶ τὸν λοιπὸ Δ΄ αἰῶνα χρονολογοῦνται οἱ περισσότερες ὠνὲς ἐγγείων κτήσεων ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολι, τὴν Ἄργιλο (;), καὶ πλειάδα πόλεων τοῦ Κοινοῦ τῶν Χαλκιδέων (Ὄλυνθο, Τορώνη, Στρέψα, Ἀρναία, Στῶλο, Πολίχνη, Σπάρτωλο, Ἄφυτι, Σίγγο). Ἤδη κατὰ τὴν ἕκτη δεκαετία τοῦ αἰῶνος ὅλος ὁ μακεδονικὸς χῶρος ἀπὸ τὴν Πίνδο μέχρι τὴν λεκάνη τῶν Φιλίππων εἶχε συνενωθεῖ ὑπὸ τὸ σκῆπτρο τοῦ Φιλίππου Β΄. Ἡ παρουσία τῆς βασιλικῆς αὐλῆς ἀναδεικνύεται κυρίαρχη καὶ γίνεται αἰσθητὴ σὲ βασιλικὰ ἀναθήματα, ὅπως τῆς Εὐρυδίκης στὶς Αἰγὲς, τοῦ Κασσάνδρου στὸ Δῖον, σὲ βασιλικὲς ἐπιστολὲς καὶ δωρεές (Εικ. 12), ἀλλὰ ἐπίσης σὲ νόμους καὶ ψηφίσματα τῶν πόλεων, ἐπιστολές, ἀναθήματα καὶ οἰκονομικῆς φύσεως κείμενα τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν. Μεταξὺ τῶν ἰδιωτικῆς φύσεως κειμένων τὰ ἔμμετρα παρουσιάζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον.

Ὁ τρίτος καὶ τὸ πρῶτο τρίτο τοῦ Β΄ αἰ. π.Χ. ἀποτελοῦν τὸ ἀπόγειο τῆς μακεδονικῆς ἐπιγραφικῆς. Αὐτὸ δὲν ὀφείλεται τόσο στὴν ἐμφάνιση νέων διπλωματικῶν κατηγοριῶν, μὲ τὴν ἐξαίρεση τῶν ἀπελευθερώσεων δούλων, ὅσο στὴν ἄνθοφορία καὶ ὡρίμανση τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν: διακρατικὲς συνθῆκες, βασιλικὰ διαγράμματα, ἐπιστολὲς καὶ ἀναθήματα τοῦ Δημητρίου Πολιορκητοῦ, τοῦ Ἀντιγόνου Γονατᾶ, τοῦ Δημητρίου τοῦ Αἰτωλικοῦ, τοῦ Ἀντιγόνου Δώσωνος, τοῦ Φιλίππου Ε΄ καὶ τοῦ Περσέως, νόμοι, ψηφίσματα καὶ ἀναθήματα πόλεων, ἄλλα ποικίλα δημόσια κείμενα καὶ φυσικὰ ἑκατοντάδες ἰδιωτικῶν κειμένων, κυρίως ἀλλὰ ὄχι ἀποκλειστικῶς ἐπιτυμβίων, ποὺ μαρτυροῦν τὴν διάδοση τῆς γραμματοσύνης καὶ τοῦ ἐπιγραφικοῦ ἔθους. Οἱ κυριώτερες συμβολὲς προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο βασιλικὲς πρωτεύουσες, τὶς Αἰγεὲς καὶ τὴν Πέλλα, τὸ Δῖον, τὴν θρησκευτικὴ πρωτεύουσα, καὶ τὴν Βέροια, ποὺ κατὰ μίαν ἄποψη ἦταν τὸ λίκνο τῆς δυναστείας τῶν Ἀντιγονιδῶν. Ἡ περίοδος αὐτὴ παρήγαγε κείμενα ποὺ καθιστοῦν τὴν μακεδονικὴ συμβολὴ στὴν ἑλληνικὴ ἐπιγραφικὴ μοναδική. Τέτοια εἶναι ἡ περίπτωση τῶν τριῶν στρατιωτικῶν διαγραμμάτων τοῦ Φιλίππου Ε΄ ποὺ ἀθροιζόμενα περιλαμβάνουν περὶ τοὺς διακόσιους στίχους κειμένου, ἤ, μεταξὺ τῶν νομοθετημάτων πόλεων, ὁ 217 στίχων γυμνασιαρχικὸς νόμος ἀπὸ τὴν Βέροια καὶ ὁ 139 στίχων ἐφηβαρχικὸς νόμος ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολι, ὁ ὁποῖος, παρ’ ὅτι ἐπαναχαράχθηκε τὸ 24/3 π.Χ., θεσπίσθηκε ἐπὶ Φιλίππου Ε΄. Χάρις σ’ αὐτὰ τὰ ἐπιγραφικὰ κείμενα ἡ Μακεδονία εἶναι τώρα τὸ ἑλληνιστικὸ κράτος γιὰ τὸ παιδευτικὸ καὶ στρατιωτικὸ σύστημα τοῦ ὁποίου εἴμαστε καλλίτερα πληροφορημένοι.

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν δύο ἄλλες κατηγορίες κειμένων: α) ἐπιγραφὲς ποὺ ἀποκαλύπτουν τὴν ἐπιβίωση κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς χρόνους λατρειῶν καὶ τελετῶν σχετιζόμενων μὲ τὴν διαίρεση τῆς κοινωνίας σὲ ἡλικιακὲς ὁμάδες καὶ τὴν μετάβαση ἀγοριῶν καὶ κοριτσιῶν ἀπὸ μία ἡλικία σὲ ἄλλην, καὶ β) ἐπιγραφὲς ποὺ μαρτυροῦν τὴν κατασκευὴ καὶ συντήρηση ὁδικῶν ἀξόνων ἀπὸ τοὺς Μακεδόνες βασιλεῖς. Οἱ πρῶτες ἐμφανίζονται μὲ τὴν μορφὴ ἀναμνηστικῶν ἐπιγραφῶν ποὺ μνημονεύουν ἀγῶνες δρόμου πεζῶν καὶ ἔφιππων νεανίσκων (ΕΚΜ Β΄ 419: Ἐπὶ Θήρωνι | Δάμωνος | ἵππο δρόμος | ἀνδρῶν δρόμος) καὶ τὴν ἐνηλικίωση νεαρῶν παρθένων ἢ τὴν περάτωση τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας τους σὲ ἱερὰ γυναικείων θεοτήτων. Οἱ δεύτερες εἶναι ὁδοδεῖκτες μὲ ἔνδειξη ἀποστάσεων ἀπὸ καὶ πρὸς πόλεις κατὰ μῆκος σημαντικῶν ὁδικῶν ἀξόνων (π.χ. ΕΚΜ Β΄ 561: Ἐκ Πέλλης | στάδιοι | εἴκοσι). Τρεῖς ἀπὸ αὐτὲς ἀνήκουν στὴν βασιλικὴ ὁδό, γνωστὴν ἀργότερα ὡς Ἐγνατία. Τὸ μοναδικὸ κείμενο ἀπὸ τὴν Κύρρο (Εικ. 1) μαρτυρεῖ τὴν ἐκτέλεση ἐκτεταμένων δημοσίων ἔργων γιὰ τὴν ἀποκατάσταση ὑπεραστικῶν καὶ ἀστικῶν ὁδῶν.

 

Ἡ Μακεδονία ὑπὸ τοὺς Ρωμαίους (Β΄ αἰ. π.Χ.-Γ΄ αἰ. μ.Χ.)

Ἡ κατάλυση τῆς βασιλείας καὶ ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Μακεδονίας στὸ καθεστὼς ρωμαϊκῆς ἐπαρχίας, καθὼς καὶ ἡ φυσικὴ ἐξόντωση τῆς ἡγέτιδος τάξεως τῆς χώρας προκάλεσε τὴν πλήρη ἀλλαγὴ τῆς μακεδονικῆς κοινωνίας καὶ τῶν θεσμῶν της. Ὄχι μόνον τὰ βασιλικὰ κείμενα, διαγράμματα, ἐπιστολές, ἀναθήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ νόμοι καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν πόλεων ἐκλείπουν ταχύτατα. Ἀντικαθίστανται δὲ ἀπὸ ἐπιστολὲς καὶ διατάγματα Ρωμαίων αὐτοκρατόρων καὶ διοικητῶν, ποὺ ἔρχονται στὸ φῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στὴν Θεσσαλονίκη, τὴν πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας, καὶ στὴν Βέροια, τὴν πρωτεύουσα τοῦ Κοινοῦ Μακεδόνων, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν Ἡράκλεια Λυγκηστίδα καὶ τὴν Ἔδεσσα, ἀμφότερες σημαντικοὺς σταθμοὺς ἐπὶ τῆς Ἐγνατίας Ὁδοῦ, ἐπισκιάζουν πλήρως τὶς Αἰγεὲς καὶ τὴν Πέλλα, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὑποστεῖ βαρύτατες καταστροφὲς ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους κατακτητὲς καὶ ἀπὸ σεισμούς. Παράλληλα ἀπὸ τὴν περίοδο αὐτὴν χρονολογεῖται πλῆθος πληκτικὰ στερεότυπων ἐπιγραφῶν πρὸς τιμὴν αὐτοκρατόρων, προέδρων τοῦ μακεδονικοῦ κοινοῦ, καθὼς καὶ ποικίλων Ρωμαίων ἀξιωματούχων ἢ Μακεδόνων πολιτικῶν ἀρχόντων, ὅμοιες μὲ αὐτὲς ποὺ μπορεῖ νὰ συναντήσει κανεὶς σὲ ὁποιαδήποτε ρωμαϊκὴ ἐπαρχία, παρατηρεῖται δὲ ἀξιόλογη αὔξηση τῶν ἐνεπίγραφων ταφικῶν μνημείων. Ἐν τούτοις ἡ γλῶσσα τῶν ἐπιγραφῶν παραμένει σὲ συντριπτικὴ πλειονότητα ἡ ἑλληνική. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ μουνικίπιο τῶν Στόβων καὶ τὴν ρωμαϊκὴ ἀποικία τῶν Φιλίππων, ποὺ δεσπόζουν ἀντίστοιχα τῶν βορείων καὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐσχατιῶν τῆς ἐπαρχίας -καὶ σὲ λιγώτερο βαθμὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Δῖον (ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὶς ἐπίσης ρωμαϊκὲς ἀποικίες Πέλλα καὶ Κασσάνδρεια)- ἡ χρήση τῆς λατινικῆς περιορίζεται σὲ λιγοστὲς αὐτοκρατορικὲς ἐπιστολές, ἀναθέσεις (ἰδίως μιλιαρίων: Εικ. 13) καὶ σ’ ἐπιτύμβια μνημεῖα Ρωμαίων πολιτῶν καὶ ἀπελευθέρων. Κατὰ κανόνα τὰ ἐπίσημα κείμενα συντάσσονταν ἢ μεταφράζονταν στὴν ἑλληνική. Μόνον κατὰ τὴν ὕστερη ρωμαϊκὴ περίοδο αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀμετάφραστων ἐπίσημων ἐγγράφων καὶ ὁμάδες λατινόφωνων Χριστιανῶν χρησιμοποιοῦν τὴν μητρική τους γλῶσα στὰ ἐπιτυμβια μνημεῖα τους (π.χ. ΕΚΜ Α΄ 451: In nomine Domini / memoria Domna A / quilina ucsor In / nocenti).Ὑπάρχουν πάντως δύο τομεῖς στοὺς ὁποίους οἱ ἐπιγραφὲς τῆς Μακεδονίας ἐμφανίζουν ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά: τὰ κείμενα τῆς Ἄνω Μακεδονίας ποὺ ἀποκαλύπτουν τὴν παραδοσιακὴ δομὴ τὴν ὁποία τὰ τέως μικρὰ βασίλεια εἶχαν διατηρήσει ἀπὸ τὸ μακρινὸ παρελθόν τους, καὶ οἱ ἀπελευθερώσεις δούλων δι’ ἀναθέσεως σχεδὸν ἀποκλειστικὰ σὲ γυναικεῖες θεότητες. Ἀπὸ τὶς πρῶτες πληροφορούμαστε ὅτι ἡ Ἐλίμεια, ἡ Ἐορδαία, ἡ Ὀρεστὶς καὶ ἡ Λύγκος εἶχαν παραμείνει πιστὲς στὴν πατροπαράδοτη ὀργάνωσή τους κατὰ «ἔθνη». Κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς συνιστοῦσε ἕνα κοινὸν ἀποτελούμενο κυρίως ἀπὸ αὐτόνομες κῶμες, ἀποκαλούμενες συνήθως πολιτεῖαι καὶ κατὰ κανόνα μία ἢ τὸ πολὺ δύο πόλεις. Οἱ μακεδονικὲς ἀπελευθερωτικὲς δι’ἀναθέσεως ἐπιγραφές, ποὺ ἀποτελοῦν σημαντικὸ ποσοστὸ τῆς ἐπιγραφικῆς παραγωγῆς τοῦ Β΄ καὶ Γ΄ αἰ. μ.Χ. περιέχουν θησαυρὸ πληροφοριῶν γιὰ τὴν γεωγραφία, τὴν ἱστορία, τὶς κοινωνικὲς συνθῆκες, τὶς λατρεῖες καὶ δοξασίες καὶ τὸ νομικὸ πλαίσιο τῆς Μακεδονίας κατὰ τὴν ρωμαϊκὴ περίοδο. Ἐπὶ πλέον συνιστοῦν ἀσύγκριτη μαρτυρία γιὰ τὴν γραφόμενη κοινὴ ἀπὸ ἡμιεγγράμματα ἄτομα (Εικ. 14) στὴν μητροπολιτικὴ Ἑλλάδα κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδο, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ μελετηθεῖ ἐπωφελῶς παράλληλα μὲ τὴν σχεδὸν σύγχρονη γλῶσσα τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν αἰγυπτιακῶν παπύρων (ΕΚΜ Β΄ 49, στ. 11-13: Ἡρακλείδης Βά / στου καὶ Σύρος Βάστου Ἀριάγνῃ / Βάστου, τῇ κυρίᾳ ἀδελφῇ χαίριν. (…) στ. 28-33: Ἐγράψαμεν τὴν ἐπι(σ)το / λήν σοι ἐν Βεροίᾳ ἔτους ΒΙΣ σεβαστοῦ τοῦ καὶ ΗΚΤ, Περιτίου / τετράδι διὰ χειρὸς Φλαυίου Ἅ / λυος διὰ τὸ μὴ αὐτοὺς ἡμᾶς ἐπίστα / σθαι γράμματα).

 

Ἡ Μακεδονία κατὰ τὴν Παλαιοχριστιανικὴ περίοδο

Οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ τελευταίου τρίτου τοῦ Γ΄ αἰ. μ.Χ. καὶ ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ τῶν διαδόχων του, οἱ ὁποῖοι τροποποίησαν ἐπανειλημμένως τὰ ὅρια τῶν ρωμαϊκῶν ἐπαρχιῶν, μετέβαλαν εἰς βάθος τὴν Μακεδονία καὶ ἄλλαξαν τὸ ἐπιγραφικό της ἔθος. Τὰ ἐπίσημα κείμενα τῶν πόλεων, μὲ τὴν ἐξαίρεση μερικῶν σπάνιων τιμητικῶν ἐπιγραμμάτων, πρακτικὰ ἐξέλιπαν. Οἱ τελευταῖες ἀπελευθερώσεις δι’ ἀναθέσεως σὲ πολυθεϊστικὸ ἱερὸ χρονολογοῦνται τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 313 μ.Χ. Οἱ δημόσιες ἐπιγραφὲς περιορίζονται στὸ ἑξῆς σὲ μερικὲς αὐτοκρατορικὲς ἐπιστολὲς καὶ διατάγματα, λίγες κτητορικὲς ἐπιγραφὲς καὶ ἀναθήματα συνοδευόμενα μὲ ἔμμετρα ἐπιγράμματα. Ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τους πάντως ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐπιτύμβιες ἐπιγραφές, σχεδὸν ὅλες χριστιανικές. Ἀκόμη καὶ ὁ ὀνομαστικὸς τύπος (Εικ. 15) μεταβάλλεται (ΕΚΜ Β΄ 287: Ὧδε κῖτε ὁ ἐν ὁσίοις τὴν λαμπρὰν μνή/μην κόμης Βασκίλας μετὰ τῆς συνβίου /αὐτοῦ Πρόκλης +). Τόσο ὁ ἑλληνικὸς τύπος μὲ τὸ κύριο ὄνομα ἀκολουθούμενο ἀπὸ τὸ πατρώνυμο ὅσο καὶ ὁ ρωμαϊκὸς τύπος μὲ τὰ tria nomina ἀντικαθίστανται ἀπὸ μόνον τὸ κύριο ὄνομα. Τὰ ἀνθρωπωνύμια ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὴν νέα θρησκεία ἀντικαθιστοῦν τὸ ἐπιχώριο ὀνοματολόγιο. Ἡ Μακεδονία χάνει κάθε ἰδιαιτερότητα καὶ δὲν διακρίνεται πλέον ὡς πρὸς τὶς ἐπιγραφές της ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐπαρχίες τοῦ Ὕστερου Ρωμαϊκοῦ ἢ τοῦ Πρώιμου Βυζαντινοῦ κράτους. Μνῆμες τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπιβιώνουν, ἀλλὰ οἱ ἄλλοτε Μακεδόνες, ποὺ ἀπὸ τὸ 212/3 μ.Χ. εἶχαν καταστεῖ Ρωμαῖοι πολῖτες, δὲν θὰ εἶναι στὸ ἑξῆς παρὰ μέλη τῆς μεγάλης Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Κοινοπολιτείας.

 

Ο Μιλτιάδης Β. Χατζόπουλος είναι Ακαδημαϊκός, Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Ε.Ι.Ε

 

 
epigrafes2epigrafes9epigrafes6eik1eik2eik3eik4eik5eik6eik7eik8eik9eik10eik11eik12eik13eik14eik15
 

Κατηγορία: Ιστορικά - Αρχαία ΜακεδονίαΤα νέα της Εταιρείας

© 2007 - 2017 - Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών "Ο Φίλιππος"
Διεύθυνση: Δημάρχου Στάμκου 1 58100 Γιαννιτσά, Τηλέφωνο: 2382083684, email: filippos@fileg.gr