Δημητρίου Μιχ. Χατζηβρέττα, Τα Γιαννιτσά επί Τουρκοκρατίας (14ος αιώνας – 1912), Έκδοση Ιστορικής-Λαογραφικής Εταιρείας Γιαννιτσών «Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ», Γιαννιτσά 2018.
Βιβλιοπαρουσίαση
«Έχει πεθάνει κι έχει μεταφερθεί από την εφήμερη κατοικία του στη μόνιμη ο αποδέκτης του ελέους του θεού και της συγχώρησης, ο μακάριος, ο μάρτυρας, ο βασιλιάς των γαζήδων και των πολεμιστών της πίστης …. ο χατζή Εβρενός, ο γιος του Ισά. Μακάρι ο θεός να λαμπρύνει τον τάφο του και η σκόνη του να είναι ευωδιαστή στο έλεος του παντοδύναμου θεού και η καθιέρωσή του». Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 1417.
Η παραπάνω επιγραφή είναι χαραγμένη στο μαυσωλείο του Γαζή Εβρενός που διασώζεται στην πόλη των Γιαννιτσών ως ένα από τα επιφανέστερα μνημεία-λείψανα του οθωμανικού της παρελθόντος. Το σημερινό κτήριο του μαυσωλείου, βέβαια, νεοκλασικού ρυθμού, δεν είναι, όπως μας πληροφορεί ο Χατζηβρέττας, το ίδιο που αντίκρισε το 1668 ο γνωστός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή. Πρόκειται για αντικατάσταση του αρχικού κτιρίου που μάλλον καταστράφηκε από σεισμό ή πυρκαγιά στο τέλος του 19ου αιώνα.
Στην ανάδειξη, λοιπόν, αυτού του οθωμανικού παρελθόντος κατατείνει η εμβριθέστατη μελέτη του φιλολόγου Δημητρίου Χατζηβρέττα με τίτλο «Τα Γιαννιτσά επί Τουρκοκρατίας» (14ος αιώνας-1912), την οποία εξέδωσε η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος». Ο συγγραφέας ανατέμνει με τρόπο εξαντλητικό και επιστημονικά άρτιο τη σημαντική αυτή περίοδο της ιστορίας της πόλης στις σελίδες του βιβλίου του παρέχοντας στον ιστορικό, τον ιστοριοδίφη και κυρίως στους συμπολίτες του μια ολοκληρωμένη και κατατοπιστική εικόνα της πόλης της παραπάνω περιόδου.
Ο Χατζηβρέττας παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό μια συνθετική εργασία, η οποία διεξέρχεται τα ιστορικά γεγονότα της οθωμανικής περιόδου αλλά και της εποχής που προηγήθηκε της κατάκτησης των Γιαννιτσών από τον γαζή Εβρενός και συγχρόνως παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τη οθωμανική διοίκηση, την κοινοτική οργάνωση της τοπικής ελληνορθόδοξης κοινότητας, τη σκληρή καθημερινότητα των υπόδουλων, τις δυσβάστακτες οικονομικές τους υποχρεώσεις, τακτικές και έκτακτες, απέναντι σε μια αμείλικτη οθωμανική εξουσία, τη δημογραφική κατάσταση και την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και τις ασχολίες των κατοίκων, την πνευματική τους δραστηριότητα. Επίσης, καταπιάνεται με εκφάνσεις του λαϊκού βίου, όπως η κατοικία και η ενδυμασία.
Ο ίδιος επισήμανε ότι η κατάκτηση των Οσμανλήδων και η σκληρή καθημερινότητα που βίωνε στο εξής ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης, η οποία περιλάμβανε μεταξύ άλλων ακούσιους εξισλαμισμούς, παιδομάζωμα, αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης, στυγνή φορολόγηση, ληστεία, αναρχία σε κάποιες περιόδους, σφυρηλάτησε την ψυχική ενότητα και ανθεκτικότητά του, ώστε να διατηρήσει υψηλό φρόνημα σε όλη της διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Αναφορικά δε με το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η σφοδρότητα των αντίπαλων βαλκανικών εθνικισμών εκδηλώθηκε στην πόλη των Γιαννιτσών, όπως επισημαίνει ο Χατζηβρέττας, με τη «λεηλασία συνειδήσεων» και την εμφάνιση θλιβερών φαινομένων, όπως μέσα στην ίδια οικογένεια τα αδέλφια ή οι γονείς και τα παιδιά τους να έχουν διαφορετική εθνική συνείδηση ή να ανήκουν σε διαφορετικά δόγματα.
Ανατρέχοντας σε πλήθος μαρτυριών, ιστορικών, γλωσσολογικών, ανθρωπολογικών και άλλων και αξιοποιώντας τις εκθέσεις Ελλήνων προξένων που υπηρέτησαν στην περιοχή αποφαίνεται ότι το σλαβόφωνο ιδίωμα που ομιλούσε τμήμα των κατοίκων της δεν προσδιόριζε την εθνική του συνείδηση, όπως δολίως επιχειρούσε να περάσει στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη η βουλγαρική προπαγάνδα. Η συμμετοχή του σλαβόφωνου πληθυσμού, τους οποίους οι Βούλγαροι αποκαλούσαν περιπαιχτικά «γραικομάνους» ή «γραικομανείς», στο Μακεδονικό Αγώνα αποτελεί την πιο πειστική απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού.
Σημαντικές είναι οι πληροφορίες που παραθέτει για την πόλη των Γιαννιτσών στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι μέσα στην πόλη είχε συγκροτηθεί Επιτροπή Αγώνα ή Άμυνας, που αποτελούνταν από τους Παπαδημήτρη Οικονόμου, Χρ. Διδασκάλου, Αντ. Κασάπη, Αθ. Οικονόμου, Βασ. Γιώτα. Παράλληλα, λειτουργούσε Μυστική Πολιτοφυλακή για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού των Γιαννιτσών από τη δράση κομιτατζήδων, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις προέβαινε σε πράξεις αντεκδίκησης.
Η εφαρμογή, ωστόσο, προληπτικών μέτρων μέσα στην πόλη, σημειώνει ο συγγραφέας, δεν στάθηκε ικανή να περιορίσει τον αριθμό των θυμάτων της ελληνικής πλευράς. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η Αικατερίνη Βαρελά, ο Χρήστος Χατζηδημητρίου, η Βελίκα Ρώμα, ο Αθανάσιος Οργαντζής, ο Γρηγόριος Παπαδόπουλος, ο Αθανάσιος Οικονόμου, ο Χρήστος Διδασκάλου, ο Ιωάννης Καραμπατάκης, ο Δημήτριος Σαμολαδάς και πολλοί άλλοι που τα ονόματά τους «κοσμούν» τη σελίδα 204 του βιβλίου.
Από τις σελίδες του πονήματος του Χατζηβρέττα δεν θα μπορούσε βέβαια να παραλειφθεί αναφορά στη δράση του Γκόνου Γιώτα σε συνάρτηση με τις «ναυτικές επιχειρήσεις» που διεξήγαγαν οι Έλληνες στη λίμνη των Γιαννιτσών, στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τις αρχικές πρωτοβουλίες των Βουλγάρων.
Ο Χατζηβρέττας αναφέρει ότι ο Γκόνος «κατόρθωσε να παραμείνει τέσσερα χρόνια εκεί μέσα, σαν στο σπίτι του, γνώριζε όλα τα μυστικά του βάλτου κι έγινε ο πολύτιμος οδηγός και σύμβουλος όλων των οργανωμένων ελληνικών σωμάτων που εισέρχονταν στη λαβυρινθώδη λίμνη».
Αποτιμώντας δε τη δράση του Γκόνου Γιώτα, υποστηρίζει, άποψη που υιοθετεί η πλειονότητα των μελετητών της περιόδου του Μακεδονικού Αγώνα, «ότι χωρίς αυτόν τον ακαταπόνητο αγωνιστή δεν υπήρχε περίπτωση να επιβιώσει ελληνική ανταρτοομάδα στον βάλτο των Γιαννιτσών κατά τα χρόνια της ένοπλης ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης».
Με γλαφυρό, εξάλλου, και παραστατικό τρόπο αφηγείται ο συγγραφέας και τα δραματικά γεγονότα της προέλασης του ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, που οδήγησαν στην απελευθέρωση της πόλης από τον οθωμανικό ζυγό στις 20 Οκτωβρίου 1912, ύστερα από σκληρή και πολυαίμακτη μάχη.
Στην πολυεπίπεδη ανάλυση του Χατζηβρέττα ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές του στις οικονομικές δραστηριότητες των Γιαννιτσιωτών κατά τη μακρά διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Από την παράθεση των σχετικών ιστορικών μαρτυριών αναδύεται η εικόνα των Γιαννιτσών ως σημαντικού οικονομικού κέντρου με έντονη εμπορική δραστηριότητα.
Επιπλέον, η θέση της πόλης των Γιαννιτσών πάνω στον εμπορικό και οδικό άξονα Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου, που ήταν τμήμα της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, όπως επισημαίνει ο Χατζηβρέττας, αλλά και η γειτνίασή της με τη μυστηριώδη όσο και πλούσια λίμνη των Γιαννιτσών, ήταν παράγοντες που συνέβαλαν στην οικονομική της ευρωστία.
Σε σχέση, εξάλλου, με τη θρησκευτική ζωή των κατοίκων των Γιαννιτσών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενδιαφέρον παρουσιάζει η διεκτραγώδηση των δυσκολιών που συνάντησαν οι κάτοικοι στην προσπάθειά τους να περατώσουν την ανέγερση του μητροπολιτικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η αναπαράσταση του πολύπλοκου θρησκευτικού σκηνικού που είχε στηθεί στον καζά των Γιαννιτσών στα τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως εξαιτίας της δυναμικής εμφάνισης της βουλγαρικής Εξαρχίας, της σχισματικής βουλγαρικής Εκκλησίας, και δευτερευόντως χάρη στη διείσδυση της καθολικής Εκκλησίας μέσω της Ουνίας, αναδεικνύει τη βαθιά γνώση του συγγραφέα πάνω στα δραματικά γεγονότα αυτής της περιόδου από την οποία ο μακεδονικός ελληνισμός βγήκε αλώβητος.
Η συμβολή του συγγραφέα στη συμπλήρωση της γενικής εικόνας (καμβά) σε σχέση με την περίοδο της Τουρκοκρατίας στον ελλαδικό χώρο μέσω της εστίασης και ιστορικής αναδίφησης σε μια τυπική οθωμανική πόλη με έντονα χαρακτηριστικά όπως τα Γιαννιτσά, είναι σημαντικότατη.
Εμβριθής γνώστης όλων των στιγμιότυπων της ιστορίας της πόλης των Γιαννιτσών κατά τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας (14ος αιώνας-1912), την παρασταίνει με τρόπο κινηματογραφικό στα μάτια του αναγνώστη, τόσο του φιλίστορα όσο και του αμύητου περί την ιστορία της περιόδου αλλά και της πόλης, αφήνοντας πολύτιμη παρακαταθήκη στους επιγόνους του.
Αξίζει να επισημανθεί ότι το πόνημα του Χατζηβρέττα διακρίνεται όχι μόνο για τον πλούτο των πληροφοριών που ερανίζεται από πλήθος πηγών ως απόρροια επίπονης προσωπικής έρευνας και εξαντλητικής μελέτης της βιβλιογραφίας, ελληνόγλωσσης και ξενόγλωσσης, με έμφαση στην εργογραφία τοπικών λογίων, αλλά και για την εύληπτη και ξάστερη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Το γεγονός αυτό καθιστά τη μελέτη του προσβάσιμη σε μεγάλο εύρος αναγνωστών με διαφορετικό προφίλ και μορφωτικό επίπεδο.
Η φράση του Κικέρωνα που παραθέτει ο συγγραφέας ως προμετωπίδα στον πρόλογο του έργου «Ιστορία…. δάσκαλος (σύμβουλος) ζωής» φαίνεται ότι αποτέλεσε το βασικό ερέθισμά του για να αφιερωθεί στην ιστορική έρευνα και συγγραφή και να αναδείξει με τρόπο επιστημονικά άρτιο την ιστορία του τόπου του. Η προσπάθειά του αξίζει να βρει και άλλους μιμητές.
Βασίλειος Αθ. Πλατής
Φιλόλογος-Δρ. Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ