*Του Κωνσταντίνου Α. Κάμτση
Ο Μακεδονικός Αγώνας ουσιαστικά ξεκίνησε από το 1870 οπότε με φιρμάνι του Σουλτάνου ιδρύεται Βουλγαρική Εξαρχία (δηλαδή κεφαλή της εκκλησίας), πράξη αντικανονική σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η ίδρυσή της αποτελεί επίσης σταθμό εθνικής αφύπνισης των Βουλγάρων, με βασικό αίτημά τους την Εθνική Ανεξαρτησία.
Από το 1897 (μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο), βασική επιδίωξη των Βουλγάρων με την υποστήριξη της Ρωσίας η οποία προσβλέπει την κάθοδό της στο Αιγαίο είναι η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους της Μακεδονίας, το οποίο θα περιελάμβανε τα τότε βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων και εν καιρώ θα προσαρτιόταν στη Βουλγαρία. Τα παραπάνω σχεδιάζονται μετά την αποτυχία δημιουργίας της μεγάλης Βουλγαρίας, με βάση την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στα 1878,την οποία ακύρωσε η διάσκεψη του Βερολίνου μετά 4 μήνες.
Με βάση τα δεδομένα αυτά ο Μακεδονικός Αγώνας απετέλεσε έναν αγώνα ιστορικής επιβίωσης ή ιστορικού αφανισμού των Ελλήνων της Μακεδονίας. Ήταν αγώνας σκληρός, ανορθόδοξος, χωρίς έλεος, όπου κυριαρχούσε κάθε μορφή του ανταρτοπόλεμου. Αποτελεί όμως λαμπρή σελίδα της ιστορίας μας γιατί περιλαμβάνει μία από τις μεγαλόπνοες και ηρωικές προσπάθειες που κατέβαλαν οι Έλληνες, διέσωσε τον ελληνισμό της Μακεδονίας και άνοιξε τον δρόμο για την μετέπειτα απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και ολόκληρης της Μακεδονίας από τον Οθωμανικό ζυγό.
Επίκεντρο του αγώνα εκείνου ήταν ο βάλτος των Γιαννιτσών , μια περιοχή στην καρδιά της πεδιάδας Καμπανίας (Ρουμλούκι) με μεγάλη στρατηγική σημασία. Μια αβαθής λίμνη με το δικό της οικοσύστημα, πυκνή βλάστηση, γεμάτη καλάμια και ραγάζια, με νερόδρομους, νέφη κουνουπιών, βδέλλες και νερόφιδα κλπ. Ο συνδυασμός των φυσικών αυτών στοιχείων δημιουργούσε μια τέλεια φυσική οχύρωση, ένα πανίσχυρο φυσικό κρησφύγετο και εκπληκτικό ορμητήριο γι’αυτόν που το γνώριζε. Απλωνόταν στον χώρο μεταξύ Γιαννιτσών, Κρ.Βρύσης, Αγίας Μαρίνας, Νησίου, Μ.Μοναστηρίου και Παραλίμνης. Επικοινωνούσε με τη θάλασσα μέσω του ποταμού Λουδία. Αυτός που θα κυριαρχούσε στο βάλτο θα είχε πολλαπλά πλεονεκτήματα:
Α) θα βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα του βιλαετίου της Θεσ/νίκης, για άμεση επικοινωνία με τις αρχές της χώρας του, για καλύτερο συντονισμό του αγώνα, για επάρκεια πολεμοφοδίων, λόγω εγγύτητας με τη Θεσ/νίκη και τη θάλασσα.
Β) θα έλεγχε μεγάλο μέρος της πεδιάδος της Καμπανίας και θα εξορμούσε εκ του ασφαλούς στα μεγάλα αστικά κέντρα και χωριά των περιοχών Γιαννιτσών, Βέροιας, Νάουσας, Έδεσσας, Γουμένισσας και πέριξ της Θεσ/νίκης.
Γ) θα έλεγχε επίσης τους οδικούς άξονες Θεσ/νίκης-Έδεσσας (Εγνατία οδός) Θεσ/νίκης-Βέροιας-Νάουσας, καθώς και τη σιδηροδρομική γραμμή προς Μοναστήρι (Βιτώλια).
Δ) θα είχε μεγάλη επάρκεια σε τρόφιμα και άλλα απαραίτητα εφόδια, λόγω των πλούσιων αγροτικών και κτηνοτροφικών πηγών της περιοχής.
Ε) δεν θα κινδύνευε από τα Τουρκικά στρατεύματα λόγω του απροσπέλαστου της περιοχής και των ανθυγιεινών συνθηκών που επικρατούσαν στη λίμνη.
Οι ηγέτες του Βουλγαρικού κομιτάτου αντιλήφθηκαν νωρίς τα ως άνω στρατηγικά πλεονεκτήματα και από τα τέλη του 1902 ένοπλες συμμορίες τους- δύναμη άνω των 200 ανδρών με επικεφαλής τον βοεβόδα Αποστόλ Πετκώφ – αρχιτρομοκράτη – κατέλαβαν μεγάλο μέρος του βάλτου, όπου και εγκατέστησαν 20 και πλέον καλύβες – ορμητήρια στο νοτιοδυτικό τμήμα κοντά στα χωρία Ζερβοχώρι – Γυμνά. Από τις «σφηκοφωλιές» αυτές εξορμούσαν οι Βούλγαροι, τρομοκρατούσαν τους κατοίκους προκειμένου να απαρνηθούν το ελληνικό φρόνημα και την πίστη τους στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Στη συνέχεια λεηλατούσαν, έκαιγαν Ελληνικές περιουσίες και δολοφονούσαν ανηλεώς γυναικόπαιδα, ιερείς, δασκάλους προύχοντες και καθέναν που ήταν εχθρικός μαζί τους, στήνοντας συνήθως ενέδρες ή εξαπατώντας τους.
Μπροστά στην κατάσταση αυτή, οι υπεύθυνοι της διεξαγωγής του αγώνα, που βρίσκονταν στο Ελληνικό Προξενείο Θεσ/νίκης, με επικεφαλής τον γενναίο πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά, αλλά και ο ελληνισμός της περιοχής του βάλτου δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια.
Οπωσδήποτε ήταν καθοριστικής σημασίας οι παρεμβάσεις του Ελληνικού Προξενείου Θεσ/νίκης και ιδιαιτέρως του Λάμπρου Κορομηλά, ο οποίος με συνεχείς αναφορές από το 1904 προσπαθούσε να αφυπνίσει τις Ελληνικές Κυβερνήσεις, καθόσον ακολουθούσαν διστακτική και επιφυλακτική πολιτική. Διαβλέποντας ο Πρόξενός μας τον κίνδυνο, κάνει εκκλήσεις για ένοπλη παρέμβαση και σε πολλές περιπτώσεις περιγράφει την κατάσταση με τα μελανότερα χρώματα, ενώ σε άλλες αναφορές του απέκρυπτε το ανθυγιεινό περιβάλλον της περιοχής, προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ετοιμοπόλεμων Ελλήνων Αξιωματικών.
Για τις συνθήκες διαβίωσης είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ένας από τους πρωταγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα, ο Παν. Παπατζανετέας (Λοχίας Πυρ/κού): ”Κουνούπια – τόσα που τρυπάνε και τα ρούχα. Και τη νύχτα που ανάβαμε φωτιά και γέμιζε η καλύβα καπνό, τα κουνούπια κατέβαιναν προς τα κάτω και βούιζαν σαν μελίσσι. Έπειτα ήταν και οι βδέλλες. Μόλις βγαίναμε έξω από τις καλύβες, μας έπιαναν αμέσως και δεν το καταλαβαίναμε παρά μόνο όταν χόρταιναν αίμα. Τότε αισθανόμασταν ένα κρύο πράμα. Και ήταν μεγάλες σαν ένα δάχτυλο”. Γράφει επίσης ο Νικηφόρος (μετέπειτα ναύαρχος Ιωαν.Δεμέστιχας) για τον Βάλτο: ”Η δηλητηριώδης και υγρά απόπνοια αυτού αισθητότερη και διαπεραστικότερη, μας έκανε να αντιληφθούμε καλύτερα εις ποίον κόσμον κολάσεως και θανάτου είχαμε εγκατασταθεί και ζώμεν από επτά και πλέον μηνών”. Σε άλλο σημείο των απομνημονευμάτων του σημειώνει: ”τόσον ήταν δύσκολες οι κι νήσεις από πλευράς χειμώνος, ώστε εις μίαν περίπτωσιν περιπολίας, εχρειάσθησαν 18 ώρες για να διανύσουμε 4 χλμ”.
Αυτή ήταν η ζωή στη λίμνη, και μέσα στην υδάτινη εκείνη κόλαση αποφάσισαν να εισβάλουν και να αγωνιστούν τα αντάρτικά μας σώματα. Έπρεπε να εξοντωθούν οι Βούλγαροι και αυτό αποτελούσε τρέλλα που το βάπτιζαν ελπίδα και ο σταυρός που έφερναν στο καπέλο τους οι μακεδονομάχοι μας, τους προστάτευε στην πορεία της νίκης.
Οι περισσότεροι αξιωματικοί και οπλίτες των Ελληνικών Σωμάτων πολύ γρήγορα προσβάλλονταν από ελονοσία και ρευματισμούς και αποχωρούσαν για θεραπεία. Η συχνή αλλαγή αρχηγών θα είχε δυσάρεστα αποτελέσματα, αν έλειπε ο καθοδηγητής Γκόνος Γιώτας.
Από το φθινόπωρο του 1904 έως την άνοιξη του 1905 δρούσαν στο βάλτο εναντίον των Βουλγάρων ολιγομελή ντόπια σώματα κυρίως των: Τζόλα Περήφανου, Θεοχάρη Κούγκα και του Γκόνου Γιώτα.
Μόλις το Μάϊο του 1905 έφθασε το πρώτο Ελληνικό (αντάρτικο) Σώμα του Υπολ/γού Κων. Μπουκουβάλα (Πετρίλος), το οποίο διαδέχθηκαν πολλά άλλα μέχρι το 1907 υπό τους Έλληνες αξιωματικούς Σταύρο Ρήγα (Καβοντόρος), Χρ.Πραντούνα (Καψάλης), Μιχαήλ Αναγνωστάκη (Ματαπάς), Παναγ. Παπατζανετέα Γ. Μακρόπουλο (Κλάπας), Τέλλο Αγαπηνό (Αγρας), Κων. Σαρρό (Κάλας), Ιω. Δεμέστιχα (Νικηφόρος), Γ. Παπαδόπουλο (Νικηφόρος Β΄), Χαραλ. Παπαγακή (Αγραφιώτης), Ιω. Γαρέζο (Λέφας) και μαζί τους πολλούς Οπλαρχηγούς και οπλίτες Κρητικούς.
Είναι γεγονός ότι χωρίς τη συμμετοχή των ντόπιων αγωνιστών, επώνυμων και ανώνυμων, ο Μακεδονικός Αγώνας πιθανόν να είχε άλλη έκβαση. Τα δυνατά σημεία των Ελληνικών Σωμάτων, ήτοι στρατιωτική εμπειρία, γνώση τακτικού πολέμου, ανώτερο επίπεδο χάραξης στρατηγικής, συμπλήρωναν ο πατριωτικός φανατισμός, η σκληραγωγία, η ανθεκτικότητα στις κακουχίες και ασθένειες, η γνώση των περασμάτων και κρησφύγετων της περιοχής και τέλος η εμπειρία ανταρτοπoλέμου, των ντόπιων Σωμάτων.
Τα Ελληνικά Σώματα αποβιβάζονταν στο Στόμιο (εκβολές ποταμού Πηνειού), από εκεί στις εκβολές του Λουδία και εν συνεχεία έφταναν στο Βάλτο.
Εκεί τους υποδέχονταν ο Γκόνος Γιώτας και τους κατατόπιζε για τις συνθήκες και τα μυστικά του Βάλτου. ”Ήταν το δεξί χέρι και ο Επιτελάρχης μας” γράφει ο Δημ.Κάκκαβος (Αξ/κός του Προξενείου Θες/νίκης)”. Ήταν το στοιχειό του Βάλτου” όπως συχνά τον χαρακτήριζε ο ίδιος.
Ο Γκόνος πολύπειρος στον ανταρτοπόλεμο του βάλτου, με σιδερένια υγεία, απρόσβλητος από αρρώστιες, έμεινε στο βάλτο σ’όλη τη διαρκεια του Μακεδονικού Αγώνα 1904-1908, συνεργαζόμενος σε επιχειρήσεις με όλους τους Έλληνες αξιωματικούς, πέρα από τη δική του αυτοτελή δράση με την ομάδα του.
Ο Άγρας έλεγε γι’ αυτόν χαριτολογώντας συχνά ”όχι μόνο δεν προσβάλλεται από ελονοσία ο Γκόνος, αλλά και τα κουνούπια άμα τον τσιμπήσουνε, ψοφάνε”. Προς τα τέλη του 1904 με λίγους συντρόφους του καταλαμβάνει την καλύβα Πρίζνα και τον Δεκέμβριο έχει κιόλας 17 άντρες και 7 πλάβες. Με συνεχείς επιθέσεις καταλαμβάνει 6 καλύβες στη δυτική περιοχή της λίμνης και καταφέρνει απανωτά χτυπήματα στα βουλγάρικα στέκια.
Οι άντρες του που έφτασαν μέχρι τους 35, ήταν όλοι τους δοκιμασμένοι στον ανταρτοπόλεμο και στις φοβερές συνθήκες της λίμνης.
Πρωτοπαλήκαρά του ο Κυριάκος Χαντές από τη Βαλμάδα και ο εξάδελφός του Κων. Βουδρεσλής (Ντίνας). Γραμματέας του ο Αιγυπτιώτης Παυλάκης. Υπαρχηγός ο Αποστόλης Ματόπουλος (μετέπειτα προδότης της ομάδος). Στενός συνεργάτης: Παντελής Παπαϊωάννου από τη Στρώμνιτσα, ο οποίος αργότερα έκανε δικό του Σώμα (Νικοτσάρας). Από τα υπόλοιπα παληκάρια και συνεργάτες του αναφέρονται οι εξής: Ιωαν.Καραμπατάκης, Κων.Τζάρας, Κων.Πετσίβας, Θεόδωρος Τσιφτές (ο οποίος συνεργαζόμενος με συγγενείς του το 1911 εφόνευσε στις Αμπελιές τον αρχιτρομοκράτη βοεβόδα Αποστόλ Πετκώφ, καθώς και τον δολοφόνο του Τέλλου Άγρα, (Κασάπτσε) Χρ.Παπηλίδης, Στ.Λιάπτσης, Παύλος Παλίδης, Κων. Σαμαράς, Γιώργος & Χρήστος Πούλκας, Αλ.Λαγγόνας, Αθ. Αναγνωστόπουλος, Θωμάς Πέτσης (Κρούσοβο) Γρ.Δημόπουλος (Επανωμή), Εμμαν. Πατεράκης (Κρήτη) και Λάζος Δογιάμας (ένα από τα τέσσερα ηρωϊκά αδέλφια από την Καστανερή του Πάϊκου).
Υπάρχουν καταγεγραμμένες πληροφορίες για τη δράση και τις πολεμικές ενέργειες του Γκόνου Γιώτα .Αξίζει ν΄αναφέρουμε τις πιο σημαντικές:
* Τον Μάρτιο του 1905 σε συνεργασία με το πρώτο Ελληνικό Σώμα του Πετρίλου (Μπουκουβάλας) κατέλαβαν 3 εχθρικές καλύβες και κατάφεραν να αποκόψουν την τροφοδοσία των Βουλγάρων.
* Στις 22 Απριλίου του 1906 με το σώμα του Παπατζανετέα εξόντωσαν βουλγάρικη συμμορία στη Σκύδρα και έλεγχαν πλέον την επικοινωνία του δρόμου Γιαννιτσών – Εδέσσης. Λίγες μέρες αργότερα επιτέθηκαν και εξουδετέρωσαν βουλγάρικες θέσεις στο Αρχοντικό.
* Το Νοέμβριο του 1906 σε συνεργασία με το σώμα του Άγρα καταφέρνουν απότελεσματικά χτυπήματα και μεγάλη φθορά στο ορμητήριο και κέντρο ανεφοδιασμου του Απ.Πετκώφ στο Ζερβοχώρι.
* Τον Ιανουάριο του 1907 με την ομάδα του Νικηφόρου (Ιω.Δεμέστιχας)αποκρούουν με επιτυχία στη μεγάλη καλύβα Κούγκα, επίθεση 80 κομιτατζήδων των Πέτκωφ, Χατζητράϊου, Ζλατάν.
Η συνεργασία του Γκόνου με όλους τους αρχηγούς της λίμνης ήταν αρμονική και αδιάκοπη. Σαν πολύπειρος και βετεράνος τους υπενθύμιζε τις κακοτοπιές και τις παγίδες του βάλτου και τους συνιστούσε με τα ιδιόρρυθμα ελληνικά του: ”Εντώ τέλει υπομονή και μάτια τέσσερα” Κι ο Άγρας τον παρατηρούσε γελώντας ”Τότε να φορέσουμε γυαλιά,Γκόνε”. Προσπαθούσε να βελτιώσει τα ελληνικά του με τη βοήθεια Κρητικών που κατά καιρούς είχε στην ομάδα του. Στην προσπάθεια του αυτή μάλιστα, είχε πάρει και λίγη από την κρητική προφορά τους.
Παρά τις συνεχείς συμβουλές προς τους νεοφερμένους Έλληνες για τους κινδύνους της λίμνης και τα τερτίπια των κομιτατζήδων, αρκετοί χάθηκαν ηρωϊκά μεν, άδικα δε. Επίσης δεν επιδοκίμαζε τις μεγαλόψυχες χειρονομίες τους. Όταν ο Νικηφόρος επέστρεψε στο Βάλτο μετά από επιτυχή επιχείρηση στο χωριό Άθυρα, συγχαίροντάς τον ο Γκόνος του είπε : ”Εσύ κάνεις για δεσπότης και άγιος” υπονοόντας ότι τα αντίποινα έπρεπε να είναι πιο μεγάλα, ανάλογα με τα έργα των αντιπάλων τους. Το ίδιο είπε και στον Πετρίλο όταν τον είδε να δακρύζει γιατί άνδρες του είχαν σκοτώσει μερικούς βουλγαρόφρονες συνεργάτες των κομιτατζήδων.
Στην «Περιληπτική έκθεση των ενεργειών του Γκόνου» που βρέθηκε, με την υπογραφή και τη σφραγίδα του ως Οπλαρχηγού, στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, αναφέρει ο ίδιος σαράντα τέσσερις περιπτώσεις της Ομάδας του επιθετικών ενεργειών και επανόδου χωριών στο Πατριαρχείο.
Ενδεικτικά αναφέρουμε:
-“Συνεπλάκημεν με κομιτατζήδες τη νύκτα της 14ης Ιουλίου 1905 έξω από το χωριό Γαλατάδες. Στις 27 Ιουλίου, μετά από τριήμερη ενέδρα, στο δάσος της Καρυωτίσσης. Στις 19 Αυγούστου έξω από το χωριό Π. Μυλότοπος. Στις 20 Σεπτεμβρίου στο χωριό Γυμνά.”
– “Την εποχήν εκείνην προσελθόντος του αρχηγού Πετρίλου (Μπουκουβάλας) ετάχθην υπό τας διαταγάς του Παραλαβών δέκα άνδρες αυτού επετέθην εκ δευτέρου εις το χωρίον Γκόλο Σέλο και συνέλαβον τους τρεις φανατικώτερους Βουλγάρους προύχοντας”
– Την ίδια εποχή με τη βοήθεια του σώματος του Πετρίλου ο Γκόνος περικύκλωσε βουλγάρικες καλύβες της περιοχής, με τέτοιο ασφυκτικό τρόπο ώστε υποχρεώθηκαν οι κομιτατζήδες να εγκαταλείψουν τη σημαντικώτερη απ’αυτές ΤΣΕΚΡΙ με τρεις νεκρούς.
– “Με αρχηγόν τον Καβοντώρον (Σ.Ρήγας) εκινήσαμε πεντήκοντα άνδρες προς Σλάνιτσαν. Εξερχόμενοι επέσαμεν εις ενέδραν Βουλγάρων, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο φόνος δύο κομιτατζήδων και ενός εκ των ημετέρων (15.12.1905)
-Την 21 Απρ. 1906 ο Γκόνος σε ενέδρα που οργάνωσε, συνέλαβε και τιμώρησε τον τρομοκράτη της περιοχής Κατζάμπα και άλλους πέντε συνεργάτες του. Την επόμενη μέρα μεγάλο πλήγμα υπέστη η ελληνική δύναμη όταν βουλγάρικες σφαίρες έριχναν νεκρό μέσα στην πλάβα του έναν από τους πιο αγνούς και μαχητικούς αρχηγούς τον Καψάλη (Χρ.Πραντούνα). ”Αμέσως άπαντες ημείς σπεύσαμεν να συμπλακώμεν μετά των εχθρών, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο φόνος τεσσάρων κομιτατζήδων. Μετά ταύτα παρέλαβεν αρχηγός ο Ματαπάς”.
-Την 10 Μαϊ. 1906” παραλαβών 14 άνδρας ενήδρευσα εις το δάσος Κουλουδέι και συνέλαβα τρεις υπόπτους. Κατόπιν παρέλαβεν αρχηγός ο Κλάπας (Μακρόπουλος)”
-Την 16 Φεβρ.1907” υπό τον αρχηγόν Κάλαν επετέθημεν κατά της καλύβης Κόρακα των Βουλγάρων”.
-Αρχές Μαϊ. 1907”από κοινού μετά του αειμνήστου αρχηγού Παπαδόπουλου επετέθημεν κατά των εχθρών. Εφονεύθησαν 14 κομιτατζήδες και συνελήφθησαν 3. Τοιούτος υπήρξεν ο πανικός των Βουλγάρων ώστε εγκατέλειψαν 35 όπλα και 20 βόμβες”.
Ο αγώνας στο Βάλτο ήταν άγριος, σκληρός, αιματηρός και δεν πρέπει να μας εκπλήσουν μερικές σκληρές ενέργειες των δικών μας. Ο Ζώης (Δ.Κάκκαβος) είχε ανακοινώσει στον Νικηφόρο το απαίσιο έγκλημα ξεκληρίσματος της οικογένειας Γιοβάνη στο χωριό Ραχώνα, από τη συμμορία του Α.Πετκώφ (έγκυος γυναίκα-5 παιδια & γέροντες γονείς) για να του δώσει μια ιδέα της ανθρώπινης ζούγκλας και κολάσεως. Όπως γράφει και ο Παπατζανετέας, σκληρύνθηκε η ψυχή μου από τα κακουργήματα των Βουλγάρων.
– 20 Μαϊ. 1908. ”Εγκατσταθείς εις την καλύβα Πρίζνα ησχολήθην μετά των χωρίων της πεδιάδος Σλανίτσης, με αποτελέσματα ευχάριστα επανελθόντων εις την Ορθοδοξίαν των χωρίων Μπαλίτζας, Καρυωτίσσης, Πρίζνας, Βρέζου, Πλούγαρ, Πλασνόβου, Γκόλο-Σέλο και Βλάση”.
– “Τέλος και κυριώτερον όλων, αρχίσας τας ενεργείας μου εν Γενιτσοίς με 50 μόνον οικογενείας ελληνικάς, επηύξησα ταύτας εις 230 επί βλάβη των Βουλγάρων”.
Στην ίδια ως άνω έκθεση των ενεργειών του γράφει και τα εξής: ”Έχων προ οφθαλμών το ιερόν παράδειγμα των πατέρων ημών, έθεσα ως όρον της ζωής μου τίνι τρόπω να δύναμαι να φανώ χρήσιμος εις την πατρίδα μου, καταβάλλων απαύστως και μετ΄επιμονής πάσαν δύναμιν και επί τω θεμελιώδει σκοπώ ακαταπονή- του εργασίας να δύναμαι να κατισχύσω των αντιζήλων του γένους ημών”.
Ο Γκόνος παρέμεινε στη λίμνη με 15 άνδρες μέχρι τον Ιούλιο του 1908, οπότε με το κίνημα των Νεοτούρκων δόθηκε γενική αμνηστία στους αντιμαχόμενους (και τα Ελληνικά σώματα διαλύθηκαν και επέστρεψαν στις βάσεις τους). Χαρούμενος επιστρέφει σπίτι του και κάνει δωρεά μία καμπάνα στο Μοναστήρι του Αγίου Λουκά που σώζεται μέχρι σήμερα. Σε λίγες μέρες γίνεται δεκτός στην είσοδο της πόλης των Γιαννιτσών, με πλήρη τον οπλισμό του, από συγγενείς, συμπολίτες,αλλά και Τούρκους, με τιμές ήρωα.
Τη μετέπειτα κατάσταση περιγράφει ο Κυρ.Ταβουλάρης, Αξ/κος του Ελληνικού Προξενείου: ”όπως κατά το παρελθόν ούτω και κατά το πρώτο 4μηνο του 1909 εν τω διαμ/τι Γενιτσών, οι Βούλγαροι με αρχηγόν τον λήσταρχον Α.Πετκώφ προέβησαν εις παντός είδους ραδιουργίας, συκοφαντίας και καταπιέσεις, όπως συγκρατήσωσι και επαυξήσωσι τους φίλα αυτοίς φρονούντας. Απέναντι των, αντιτάξαμεν τας ημετέρας προσπαθείας με διευθύνοντα τον Γκόνον εκ Γενιτσών, κοσμούμενον υπό ζηλευτών προσόντων αρχηγού και εξασκούντος πολλήν επιρροήν εις το διαμέρισμά του. Περιτρέχει τα χωρία και εμψυχώνει τους ημετέρους τους εκτεθειμένους εις τας βουλγαρικάς δολοπλοκίας και βιαιότητας, φρονιματίζων και συγκρατών αυτούς εις την Ορθοδοξίαν”.
Φορούσε πάντοτε στο στήθος του ένα μεγάλο μεταλλικό σταυρό, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα.Γράφει οριζόντια ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ και κάθετα ΑΚΡΙΤΑΣ.Οραματίζονταν μια ελεύθερη Ελληνική κι Ορθόδοξη Μακεδονία.
Τα χριστούγεννα του 1908 τον προκαλεί με βρισιές ο κομιτατζής Πέντσεφ, ο οποίος κατηγορούνταν ότι σκότωσε την Αικατερίνη Βαρελά. Ρίχτηκε επάνω του ο Γκόνος και τον έπνιξε. Κυνηγημένος από τις Τουρκικές αρχές, αναγκάζεται το Μάϊο του 1909 να καταφύγει στην Αθήνα, όπως και πολλοί άλλοι Οπλαρχηγοί για διαφόρους λόγους.
Όμως στον βάλτο θα ξανάρθει ανήσυχος για τα συμβαίνοντα στη Μακεδονία, πληροφορούμενος για τη δράση του Πετκώφ και παρά την απαγόρευση της Ελληνικής Κυβέρνησης. Διεξάγει έναν άνισο αγώνα εναντίον των κομιτατζήδων και των Τούρκων και τελικά πέφτει ηρωικά από τούρκικες σφαίρες στις 13 Φεβρ.1911.
‘Ετσι ηρωικά τελείωσε τη δράση του ο Αρχηγός Γενιτσών, Ρουμλουκίου και Γουμένισας, το ”στοιχειό του βάλτου”, ο Γιαννιτσώτης Οπλαρχηγός Γκόνος Γιώτας, χωρίς να προλάβει να δει και να χαρεί την απελευθέρωση της Μακεδονίας, και ήταν μόλις 31 ετών. Η ελευθερία άργησε νάρθει ένα ακόμη χρόνο.
Βιβλιογραφία
-ΙΣΤΟΡΙΚΑ & ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (Περιοδική έκδοση της Ιστορικής & Λαογρα- φικής Εταιρείας Γιαννιτσών”O ΦΙΛΙΠΠΟΣ”-τεύχη 2/1993,3/1993,5/1993).
-Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ-Ιωάννη Παπαλα- ζάρου 2007.
-Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΟ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ-Α΄ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 1998.(εισηγ.Νούσκας Κων.-Κούκουτσα Αθ.-Μαυρίκος Παν.-Δεμέστιχας Δημ.-Καραμπάτη Περσ.-Τιμοθεάδης Τιμ.-Κασάπης Διον.)
-ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ 1903-1908-Αγγ.Ανεστόπουλου 1965.
-ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 1830-1912.Κων.Βακαλόπουλου 1986.
-Εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΒΟΡΡΑΣ 18 Οκτ.1970.
* Ο Κωνσταντίνος Α. Κάμτσης είναι Συντ.τραπεζικός – (απόγονος του Μακεδονομάχου Οπλαρχηγού Γκόνου Γιώτα)


